Μανώλης Δεστούνης: ”Μου άρεσε η ζωή, τα ταξίδια, ο ποδόγυρος. Κοιτούσα να περνάω καλά και πολέμησα την καριέρα μου”.

Ένας άνθρωπος γεμάτος ενέργεια. Στα 82 του έχει όνειρα και θέλει να πραγματοποιήσει.

Ο Μανώλης Δεστούνης μας ανοίγει την καρδιά του σε μια εξομολόγηση που καθηλώνει.

Τα δύσκολα παιδικά χρόνια, οι απώλειες που τον σημάδεψαν, ο τζόγος, το θέατρο, οι γυναίκες, τα σημάδια της ζωής του που δεν τα ξεχνάει. Μιλάει για την μεγάλη του αδυναμία τον γιό του που είναι ότι καλύτερο του έχει συμβεί κι ας τον έκανε στα 60.

Μπορεί να μην έδωσε ποτέ τα λουλούδια στην Αλίντα Ρίτσι… αλλά η ζωή του έστειλε ένα μοναδικό λουλούδι την γυναίκα του που μέχρι σήμερα στέκεται δίπλα του.

Θα ξεκινήσουμε από το σήμερα. Ο κόσμος σας αγαπάει πολύ.
Αυτή είναι η περιουσία μου.

Θέλω τα συναισθήματά σας.
Αυτή είναι η προίκα μου. Με βλέπουν στον δρόμο και μου χαμογελάνε. Κι ενώ έχω κάνει 150 ταινίες, με θυμούνται για την ταινία «Η κόμισσα της Κέρκυρας» με την Ρένα Βλαχοπούλου.

Εκεί κάνατε τον τύπο που πήγαινε στο αεροδρόμιο. Πώς ήταν αυτός ο ρόλος;
Ακόμα και σήμερα περπατώ στον δρόμο και με ρωτάνε «Τι έγινε; Τα πήγες τα λουλούδια;» Τον οφείλω αποκλειστικά στον αξέχαστο Αλέκο Σακελλάριο που αγαπούσα πολύ. Με φώναζε και στο θέατρο που έκανε δουλειές και τον έβγαζα ασπροπρόσωπο. Ήμασταν φιλαράκια, αλλά ο σεβασμός δεν έπαυε να υπάρχει.

Πώς ξεκίνησε η συνεργασία σας με τον Σακελλάριο;
Με είχε καλέσει για μια δουλειά που θα ανέβαζε στο Ρεξ. Αλλά επειδή είχα μια υποχρέωση, την ταινία «Τι έκανες στον πόλεμο Θανάση», με τον Βέγγο, όπου έκανα τον Γερμανό τον παρακάλεσα να με απαλλάξει. Το ίδιο Καλοκαίρι έγιναν τα γυρίσματα της Κόμισσας της Κέρκυρας και με φώναξε εκεί. Του είπα ότι είναι μέγιστος και μου απάντησε πως δεν είναι ανθρωπάκι. Έξι μήνες πριν πεθάνει, πήγα σπίτι του και μου αφιέρωσε ένα σκίτσο του με τα λόγια «Στον Μανώλη μου που τόσο αγαπάω. Αυτό το σκίτσο είναι για μένα ιερό κειμήλιο. Ο δεύτερος ρόλος που θυμούνται είναι ο Μπόζο ο κλόουν, το τσίρκο που έκανα για τα παιδιά, 1973-1976.

Σας άφησε εμπειρία;
Σημάδι και συγκινούμαι πολύ. Η αγάπη του κόσμου, είναι για τον ηθοποιό η περιουσία του, τα γαλόνια του.

Κάνετε και θέατρο.
Πολύ και ήμουν τυχερός γιατί με αγάπησαν οι δάσκαλοί μου και ήταν το πάνθεον του ελληνικού θεάτρου. Μίμης Φωτόπουλος, Ελένη Χατζηργύρη, Νίκος Τζόγιας, Τίτος Βανδής, Αγάπη Ευαγγελίδη. Με βοήθησαν όλοι πολύ και βγήκα στο θέατρο πρωταγωνιστής. Βγήκα με τον θίασο του Ντίνου Ηλιόπουλου που τον είχα δάσκαλο στο σανίδι. Ήμασταν μαζί 1965-1970 στο θέατρο Γκλόρια και ανεβάσαμε 10 ή 12 παραστάσεις. Μου έδινε μεγάλους ρόλους και μου έλεγε «Εσύ, μια μέρα θα μας φας».

Πρωταγωνιστικό μπαμ όμως δεν κάνατε.
Όχι και το λέγανε πάρα πολλοί. Όπως ο Ρηγόπουλος και ο Ορέστης Λάσκος.
Γιατί;
Ξεκίνησα με μπαμ, αλλά έκανα λάθη. Μου άρεσε η ζωή, τα ταξίδια, ο ποδόγυρος. Κοιτούσα να περνάω καλά και πολέμησα την καριέρα μου. Ήμουν και άτυχος όμως. Όταν ξεκίνησα να κάνω ταινίες το 1970-72, έπαθε ολική καθίζηση ο κινηματογράφος. Τότε που είχα λεφτά, αν ήμουν έξυπνος, θα έπαιρνα ένα θέατρο και θα ήμουν τώρα άρχοντας.


Αν είχατε ένα ραβδάκι και μπορούσατε να κάνατε μια αλλαγή, αυτή θα ήταν;

Να έκανα ξανά τα μισά λάθη. Είχα μια φοβερή τύχη που δεν εκμεταλλεύτηκα. Δεν ήμουν φοβιτσιάρης, αλλά ούτε θρασύς. Και η δουλειά θέλει θράσος. Δεν ήμουν επίσης ποτέ των δημοσίων σχέσεων. Έκανα παρέα μόνο με όσους γούσταρα. Ένα παράδειγμα. Με είδε ο Δαλιανίδης σε μια παράσταση στο Περοκέ και με φώναξε για το θεατρικό «Μαριχουάνα στοπ». Είχα συνηθίσει όμως στους καλούς μισθούς και δεν πήγα γιατί ο Μπουρνέλης, ο παλιός επιχειρηματίας του Ακροπόλ, δεν μου έδινε τα χρήματα που ήθελα. Κι αφού δεν έπαιξα στο θέατρο, δεν με φώναξε και στην ταινία.

Τα λάθη σας, τα συλλογιστήκατε στην πορεία, ή τώρα μεγαλώνοντας;

Δυστυχώς τώρα, αλλά είναι αργά. Έκανα κι άλλο ένα μεγάλο λάθος. Το 1967 έκανα μια ταινία αγγλικής παραγωγής, της Universal. Τον Οιδίποδα τύραννο. Την γυρίσαμε στην Δωδώνη και τα εσωτερικά στο Λονδίνο.
Εκεί έπαιζαν τα παγκόσμια μεγαθήρια.
Οιδίποδας ήταν ο Κρίστοφερ Πλάμερ, κι εκείνη τη χρονιά είχε γυρίσει και την «Μελωδία της ευτυχίας» ε την Τζούλυ Άντριους. Τον Μάντη Τειρεσία τον έπαιζε ο Όρσον Ουέλς. Είχαμε και πλάνα μαζί, αλλά στα διαλείμματα τον πλησίαζα μέχρι τα τρία μέτρα, από το δέος που αισθανόμουν γι’ αυτόν. Κορυφαίους χορούς κάναμε Έλληνες.

Είχε φέρει και τη γυναίκα και τους δυο γιους του, ένας από τους οποίους είναι πλέον και ο ίδιος σταρ. Ο Κίφερ Σάδερλαντ. Πήραμε καλά λεφτά τότε, γιατί δεν ας έφτασε ο χρόνος, μείναμε περισσότερο καιρό και πληρωθήκαμε επιπλέον χρήματα. Κάθισα ενάμισι χρόνο στο Λονδίνο όπου παρακολούθησα μαθήματα επαγγελματικού θεάτρου. Η βλακεία μου ήταν που επειδή τότε τα αγγλικά ου δεν ήταν τόσο καλά, δεν τηλεφώνησα στον Σάδερλαντ ή τον Πλάμερ να πιούμε έναν καφέ και να τους ζητήσω να ου συστήσουν τον ατζέντη τους. Όλοι οι ξένοι ηθοποιοί δουλεύουν με ατζέντη. Δεν έχουν επαφή με τον παραγωγό οι ίδιοι.

Είχατε τύχη πάντως.
Και ατυχία παράλληλα, αλλά δεν είχα το θράσος να χωθώ. Αυτό μ’ έβλαψε. Λέγανε πως πατάω γερά στο σανίδι και ακόμα και τώρα, στα 82 μου, στο σανίδι είμαι 28 χρονών.

Αυτό πώς το καταφέρατε; Έχετε διάθεση; Ενέργεια; Οφείλεται κάπου;
Μου δίνει ζωή. Μάλλον γι’ αυτό γεννήθηκα. Λένε πως ο άνθρωπος γεννιέται για κάτι. Υπήρξα και αθλητής στον Πανελλήνιο, μέχρι τα 60 γυμναζόμουνα κι έκανα καράτε.

Βγάλατε πολλά λεφτά;
Έβγαλα και τα έφαγα όλα. Έχω μόνο ένα σπίτι.

Δεν κάνατε ένα πλάνο;
Όχι. Έκανα τον πρώτο μου γάμο στα 60. Έχω ένα γιο 20 χρονών, κι αυτό μου δίνει δύναμη.
Εκείνος πώς αισθάνεται;
Με λέει γέρο, αλλά μετά ου λέει ότι αστειεύεται.

Γίνατε συνειδητοποιημένα μπαμπάς σε μεγάλη ηλικία.
Τον Βουτσά πάντως δεν τον φτάνω. Έγινε μπαμπάς στα 85 και τώρα είναι 87.

Οι γυναίκες σας κυνήγησαν; Τις κυνηγήσατε;
Στον χώρο που ήμασταν, υπήρχε μια ευκολία. Στον χώρο αυτό τα είχα με όλους καλά. Αλλά ξεχώριζα τρεις. Τον δάσκαλό μου Μίμη Φωτόπουλο, τον Ανδρέα Μπάρκουλη, πολύ φίλο και τον Αλέκο Αλεξανδράκη. Σπουδαίοι ηθοποιοί και κύριοι. Ο Αλεξανδράκης λοιπόν έλεγε πως ντρεπόταν να πει όχι στις γυναίκες. Ήταν βέβαια και κούκλος. Αλλά κι εγώ δεν πέρασα άσχημα. (γέλια πολλά)

Ο γάμος πώς προέκυψε;
Είχα πάει να δω μια παράσταση. Συνάντησα τον Βασίλη Καμίτση, πολύ φίλο και είχαμε δουλέψει μαζί στο Άρμα Θέτιδος. Καθισμένος όπως ήμουν στην πρώτη σειρά, φέρνει μια καλλονή, συνάδελφο και με ρωτάει αν μπορεί να καθίσει μαζί μας γιατί ήταν μόνη. ‘Ετσι έγινε.

Καρμικό;
Ναι. Ο γάμος έγινε το 1995, μια Τετάρτη, στους Ταξιάρχες στο πάρκο Εξαρχείων. Εκεί γεννήθηκα και μεγάλωσα. Κεφαλλονίτης στην καταγωγή, το έκτο παιδί της οικογένειας και γεννήθηκα Εξάρχεια. Τότε έπαιζα στο Περοκέ με την Βαγενά, τον Κηλαιδόνη, τον Χρυσομάλλη, την Μεντή, τον Σταμάτη Γαρδέλη. Το έργο λεγόταν «Τα καλύτερά μας χρόνια» και το είχε γράψει ο Κηλαιδόνης. Χάσαμε την απογευματινή για να παντρευτώ και το βράδυ παίξαμε κανονικά.
Βρήκατε μια όμορφη γυναίκα λοιπόν.
Και καλό παιδί. Ήταν μανεκέν.
Είστε ακόμα μαζί έτσι;
Την έχω παντρευτεί τρεις φορές.

Γιατί;
Είναι Καθολική. Έγινε λοιπόν ο καθολικός γάμος, μετά ο θρησκευτικός. Κάποια στιγμή τσακωθήκαμε και χωρίσαμε για λίγο. Πριν από έξι χρόνια την ξαναζήτησα σε γάμο.
Επεισοδιακή η ζωή σας αν και δεν το δίνετε αυτό σαν άνθρωπος.
Ούτε με έπιανε το μάτι τους στο θέμα των γυναικών. Σεβόμουν την κάθε γνωριμία που έκανα και δεν μιλούσα για να την εκθέσω.
Ο γιος ασχολείται με τα καλλιτεχνικά;
Όχι, αλλά έπαιζε Καραγκιόζη. Τώρα το έχει βαρεθεί λιγάκι. Ήξερε είκοσι έργα απέξω. Έχει καλλιτεχνική φλέβα, αλλά προς το παρόν δεν έχει εκδηλωθεί.

Η Βλαχοπούλου πώς ήταν;
Περιβόλι. Καθόμασταν μέχρι τις 7 στην Φωκίωνος. Σακελλάριος, Κωνσταντάρας, Βλαχοπούλου, Ζακ Ιακωβίδης, Μεταξόπουλος. Στο Σελεκτ και το Οριεντάλ, τα γνωστά μαγαζιά της τότε εποχής.

Τώρα πώς ζείτε;
Δεν ζω. Έχω πεθάνει και δεν μου το έχουν πει. (γέλια πολλά)
Έχετε πάρει σύνταξη;
Έχω πάρει. Είχα βγει με καλή σύνταξη. 1600 ευρώ. Αλλά τώρα 730. Ντρέπομαι που το λέω, αλλά…

Ασχολείστε με την πολιτική;
Όχι. Δεν μου άρεσε ποτέ. Θα σου πω κάτι για το οποίο έχω μετανιώσει. Κάποτε ήμουν ΚΚΕ.Τώρα δεν είμαι με κανένα κόμμα. Τους έχω σιχαθεί όλους και δεν ντρέπομαι να το λέω. Όταν ιδρύθηκε το ΠΑΣΟΚ, στείλανε την Νόρα Κατσέλη που ήμασταν φίλοι να μου πει ότι με θέλανε στην παράταξη.
Είχατε βάλει υποψηφιότητα;
Όχι, αρνήθηκα. Είχα τον Μπόζο. Ήταν το ’74. Θα έβγαινα πρώτος βουλευτής στην Ελλάδα. Όχι μόνο στην Αθήνα. Δεν εκμεταλλεύτηκα την αγάπη του κόσμου. Έβγαζα πολλά λεφτά. Είχα μπλέξει και με το καζίνο τότε. Τέσσερα χρόνια και να μη σου πω τι έχασα.
Εθισμός;
Το έκοψα τελείως όμως. Ήμουν 40-45 χρονών. Δεν είχα πάρει ούτε σπίτι. Ταξίδευα, χάλαγα, γλεντούσα. Πέρασα ωραία.

Δύσκολο να κοπεί. Θέλει τσαγανό ο τζόγος;
Το έκανα όμως. Όπως είχα κόψει και το τσιγάρο. Μέχρι τα 30 κάπνιζα. Το άρχισα έξι ετών. Ήμασταν φτωχοί και πούλαγα τσιγάρα στην Ομόνοια και την πλατεία Κάνιγγος από έξι χρονών. Πέντε παιδιά, το ένα από τ’ αδέλφια μου είχε πεθάνει και η μάνα μου χήρα. Τον πατέρα μου τον έχασα στα 2 μου στην Κατοχή. Τότε υπήρχαν οι κούτες με τα 100 τσιγάρα που τα πουλούσαμε χύμα. Είχε μι9α δεκάρα το τσιγάρο. Πέρνανε ένα για εκείνους και βάζανε κι ένα στο στόμα μου.

Είστε όμως χορτάτος.
Απ’ όλα. Τώρα υπάρχει δυσκολία.

Τουλάχιστον έχετε σπίτι.
Κι η γυναίκα μου έχει. Θα μείνουν και τα δυο στο παιδί μας.

Τώρα κάνετε κάτι στο θέατρο;
Στο μικρό Μπροντγουαιη, εδώ και δυο μήνες παίζουμε μια παράσταση, τους Απάκηδες των Αθηνών.
Είμαστε η Τιτίκα Σαριγκούλη, ο Σπύρος Ιωάννου κι εγώ. Μετά παίζουν ο Αντώνης Τρικαλινάς, ο Αυγερινός Σουλόπουλος, ο Κρις Σινιόρας, τα κορίτσια από τη Λυρική, με ωραίες φωνές, η Μαριλένα Χρυσοχοίδου, η Κατερίνα Μπονίκα, η Αμαλία Κλημοπούλου. Επίσης η Μαρία Συμεών που έκανε και την ενορχήστρωση, ο Δημοσθένης Ανδριανός, βαρύτονος της Λυρικής και ο Βασίλης Ασημακόπουλος, επίσης βαρύτονος. Κάνουν εναλλάξ τους ρόλους. Περνάμε καταπληκτικά και δόξα το θεό πάμε καλά.

Αν σας κάνανε πρόταση για τηλεόραση, θα δεχόσασταν;
Σαν τρελός, δεν το κρύβω. Αλλά, εμάς τους παλιούς μας έχουν παραγκωνισμένους.

Υπάρχουν νέα παιδιά που γράφουν έργα.
Υπάρχουν. Όπως και ρόλοι. Δεν θα βγω να κάνω το τζόβενο, τον γκόμενο ή τον εραστή. Μπορώ όμως να κάνω έναν πατέρα, έναν παππού ή έναν γιατρό. Αυτό είναι όμως το παράπονό μου. Η Ελλάδα είναι ίσως η μόνη χώρα που παραπατάνε τους παλιούς ηθοποιούς. Σκοτώνουν τα άλογα όταν γεράσουν. Ενώ στο εξωτερικό, μπορώ να σου πω πολλά παραδείγματα. Μάικλ Κέιν, 96 ετών, Κρίστοφερ Πλάμερ, 98 ετών, Ντόναλντ Σάδερλαντ. Κι όχι απλά παίζουν, αλλά πρωταγωνιστούν. Ο Πωλ Νιούμαν. Πριν πεθάνει, πήρε Όσκαρ στα 80 του. Με το «Χρώα του χρήματος». Το έχω κάνει και σλόγκαν. Όταν μου λένε «Κύριε Δεστούνη, είστε ευχαριστημένος από την πορεία σας;» απαντώ πως είμαι πολύ. Και λεφτά έβγαλα, αλλά γιατί να μην είμαι ο Πωλ Νιούμαν; Αυτό το είχε πει ο Γούντι Άλεν.

Φοβάστε το μέλλον;
Θανατερή ερώτηση. Δεν φοβόμουν, ούτε φοβάμαι τον θάνατο. Τώρα όμως που έχω μικρό παιδί, λέω ότι θέλω να ζήσω ακόμα μερικά χρονάκια να τον μεγαλώσω, να τον δω τακτοποιημένο. Όπως όλοι οι γονείς.
Πόσο διαφορετικός ήσασταν πριν γίνετε μπαμπάς;
Ήμουν όπου βαρούσε η σκούφια μου. Στο Λονδίνο είχα γνωρίσει έναν γάλλο σκηνοθέτη που ζούσε χρόνια εκεί και μου είχε πει πως τα αγγλικά μου δεν ήταν τόσο καλά. Του ζήτησα οποιαδήποτε δουλειά. Μηχανικός ας πούμε, να καρφώνω και μου είπε όχι. Γιατί στο εξωτερικό τους ηθοποιούς τους έχουν πολύ ψηλά. Κι εδώ μας προσπερνάνε.

Διάβασα πως περάσατε μια ταλαιπωρία με την υγεία σας, αλλά έχει τελειώσει.
Ναι, αλλά πάντα υπάρχει κάποιος φόβος. Είμαι γενικά αμελής. Τελευταία έκανα και μια επέμβαση στο γόνατο, αλλά στη σκηνή είμαι 28 χρονών. Έχω παίξει με όλους τους ηθοποιούς, εκτός από τον Λογοθετίδη που δεν πρόλαβα, γιατί πέθανε το ’60 κι εγώ τότε ήμουν φαντάρος στη Σμύρνη. Από εκεί ξεκίνησα σαν ηθοποιός.

Πώς ξεκίνησε αυτό;
Ήμασταν μαζί με τον Μπαρμπαρ, τον Κώστα Παναγιωτόπουλο, φαντάροι. Εξήντα χρόνια φίλοι. Έγραφε σκετσάκια κι εγώ τα σκηνοθετούσα και τα έπαιζα. Όταν απολυθήκαμε, με πήρε από το αυτί που λέμε και με πήγε στη σχολή Θεοδοσιάδη.

Είχατε σκεφτεί ποτέ να κάνετε κάποια άλλη δουλειά;
Ονειρευόμουν να γίνω τραγουδιστής, Τραγουδώ και στην παράσταση. Τώρα που γέρασα, περιαυτολογώ λίγο. Παλιά, ήμουν μετριόφρων, κι αυτό με έβλαψε πολύ.

Να κλείσουμε με ένα όνειρο;
Σε σχέση με το όνειρο, θα κλείσουμε με ένα απόφθεγμα του Ντίνου Ηλιόπουλου. «Οι άνθρωποι γενικά, κι εμείς οι ηθοποιοί, πρέπει να ονειρευόμαστε. Ονειρεύομαι στα 96 μου τι ρόλους θα παίξω. Πού θα πάω αργότερα. Πού θα ταξιδέψω.» Όλοι πρέπει να ονειρευόμαστε. Θα ήθελα να παίξω τον βασιλιά Ληρ, κι ας είμαι κωμικός. Υπάρχει ηθοποιός. Ο Λογοθετίδης ας πούμε, ήταν και δραματικός και κωμικός. Ή ο Σταυρίδης. Παίζαμε μαζί, έκανα τον πρώτο κωμικό ρόλο, κι εκείνος δραματικό. Καθήλωσε το κοινό.

Ποιον δεν θα μπορέσετε να ξεχάσετε ποτέ;
Τον Φωτόπουλο και τον Μπάρκουλη. Αξέχαστοι. Στη σκηνή πρωτόπαιξα με κοστούμι του Ανδρέα. Είχαμε τον ίδιο σωματότυπο.


Συνέντευξη στην Άννα Τσιάλτα
Φωτογραφίες Γιάννης Γκογκόπουλος

Ευχαριστούμε πολύ το μαγαζί ‘’Ο φίλος και ο Κούκος’’ στου Ψυρρή για την φιλοξενία και την φωτογράφηση