
Leonard Cohen: Ο άνθρωπος στον οποίο οφείλει το πρώτο του ταξίδι στην Ύδρα
Από την Ντέπυ Κουρέλλου,
Ο ήχος του δεν έφερε μουσική επανάσταση. Επηρέασε, όμως, τους ίδιους τους πρωταγωνιστές της ροκ σκηνής, από το μέγα θαυμαστή του, Bob Dylan, μέχρι την K.D. Lang και τον Justin Timberlake, όσο λίγοι. Μυστικιστής αλλά και ειρωνικός απέναντι στο θαύμα και την τυραννία της ζωής, στοχαζόταν με την ευαισθησία ενός ποιητή και τη δίψα ενός ροκ σταρ. Κι ενώ στο συλλογικό υποσυνείδητο έχει καταγραφεί ως ο κατεξοχήν ερωτικός τροβαδούρος, σε μια ουσιαστικότερη ανάλυση θα βρούμε έναν πολιτικό στοχαστή. Ο Leonard Cohen έμοιαζε με ήσυχο άνθρωπο, ήταν όμως η λάβα κάτω από τον πάγο.
«Είμαι έτοιμος να πεθάνω, ελπίζω να μην είναι πολύ άβολο»
«Δεν νομίζω ότι θα καταφέρω να ολοκληρώσω αυτά τα τραγούδια. Μπορεί, ποιος ξέρει; Και ίσως να πάρω ένα δεύτερο άνεμο, δεν ξέρω, αλλά δεν τολμάω να βάλω τον εαυτό μου σε μια στρατηγική δημιουργίας. Δεν θέλω να το κάνω. Έχω πολλή δουλειά να κάνω, αλλά είμαι έτοιμος να πεθάνω. Ελπίζω να μην είναι πολύ άβολο» θα πει στην τελευταία του συνέντευξη στο περιοδικό New Yorker. Ο Cohen κατάφερε να ολοκληρώσει αυτά τα τραγούδια κι επιπλέον να τα κυκλοφορήσει στο άλμπουμ You Want It Darker, που κυκλοφόρησε στις 21 Οκτωβρίου. Όπως και για τον David Bowie, η έμπνευση, η μουσική, η τέχνη ήταν η απόλυτη σύντροφός του μέχρι το τέλος.
Περισσότερο, όμως, από καλλιτέχνης ήταν ένας παρατηρητής της ζωής. Κι ως τέτοιος δεν μπορεί να είναι ευχάριστος ούτε και ελαφρύς. Ούτε καν κατανοητός από όλους. Για αυτό, ίσως, τον αποκαλούσαν «μισό λύκο, μισό άγγελο», «μπακάλη της απόγνωσης», «επίτιμο ποιητή της απαισιοδοξίας» και «πρίγκιπα των κατσούφηδων» και τα τραγούδια του «μουσική για να κόβεις τις φλέβες σου». Αναμφίβολα, όμως, κι εκείνοι οι επικριτές του ύφους σίγουρα θα λικνίστηκαν στους μελαγχολικούς ρυθμούς του.
Παιδικά χρόνια
Ο Leonard Norman Cohen γεννήθηκε στο Μόντρεαλ του Καναδά, στις 21 Σεπτεμβρίου του 1934. Σε ηλικία 9 ετών, θα χάσει τον πατέρα του, Nathan, μετανάστη από την Πολωνία, που είχε ανοίξει ένα πολύ πετυχημένο κατάστημα με είδη ρουχισμού. Το γεγονός αυτό θα τον σημαδέψει. Η μητέρα του, Masha Klonitzky, λιθουανικής καταγωγής, ήταν νοσοκόμα. Η Suzanne Elrod, μητέρα των δύο παιδιών του αναφέρεται στη μητέρα του ως την πιο ονειρική πνευματική επιρροή πάνω στον Cohen. Οι γονείς του ήταν καλλιεργημένοι, με αγάπη στη μουσική, τη λογοτεχνία και τη φιλοσοφία. Ο παππούς του Cohen, ο ραβίνος Solomon Klonitzky-Klein, είχε επιμεληθεί το Θησαυρό Ταλμουδικών Ερμηνειών, έναν τόμο επτακοσίων σελίδων, με αποτέλεσμα ο μικρός Lenny να ζήσει μια «μεσσιανική παιδική ηλικία». Η πίστη του παππού και της μητέρας του θα τον επηρεάσει και θα τον οδηγήσει σε ένα διαρκές ταξίδι εξερεύνησης του Θείου σε όλη του τη ζωή.
Έφηβος μαθαίνει κιθάρα. Το 1951 γράφεται στο McGill University για να σπουδάσει αγγλική φιλολογία. Η πρώτη του ποιητική συλλογή εκδίδεται το 1956, ενώ ακόμα δεν έχει αποφοιτήσει. Ο τίτλος της Let Us Compare Mythologies. Ωστόσο θέλει να ταξιδέψει. Έχοντας κάποια οικονομική επιφάνεια από την κληρονομιά που του άφησε ο πατέρας και η γιαγιά του είναι σε θέση να καθυστερήσει τις σπουδές του.
Στις 29 Οκτωβρίου του 1959, ο Cohen βρίσκεται στο Λονδίνο. «Μένει σε μια σοφίτα, και η σπιτονοικοκυρά του, Stella Pulman, του έχει θέσει δύο όρους: να διατηρεί το μέρος καθαρό και να γράφει τρεις σελίδες την ημέρα! Ο Cohen τους τηρεί, αλλά διαβάζει για την Ελλάδα και λαχταράει να δει το φως του Αιγαίου. Γνώρισε τον Jacob Rothschild, μετέπειτα λόρδο Rothschild, έγιναν φίλοι, και ο Jacob του σύστησε να πάει στην Ύδρα, όπου διέμενε η μητέρα του, που ήταν τότε παντρεμένη με το μεγάλο Έλληνα ζωγράφο Νίκο Χατζηκυριάκο-Γκίκα» γράφει στο βιβλίο του Τροβαδούροι, εκδόσεις Ιανός, ο Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης για τον έρωτα Cohen – Ύδρας.
Ο Cohen έκανε το ταξίδι. Στις 13 Απριλίου του 1960, ατένιζε την Αθήνα από το Βράχο της Ακρoπoλης και την επομένη έπλεε με το ατμόπλοιο προς Αίγινα, Μέθανα, Πόρο και Ύδρα διαβάζοντας τη ρήση του μεγάλου Henry Miller: «Η άγρια και γυμνή τελειότητα της Ύδρας. Ο ίδιος ο Cohen θα γράψει αργότερα στα Ημερολόγιά του: «Ορκίζομαι ότι εδώ μπορώ να γευτώ τα μόρια που χορεύουν στα βουνά. Τούτο το φως έχει κάτι έντιμο και φιλοσοφικό. Δεν σ’ αφήνει να προδώσεις τη διάνοιά σου, ενώ συνάμα καλεί την ψυχή σου σε γλεντοκόπι».
Η Ύδρα, τότε, δεν ήταν ακόμη το «Κάπρι της Ελλάδας», αλλά ετοιμαζόταν να γίνει. Η Sophia Loren είχε φροντίσει για αυτό, όταν το 1957 τραγουδούσε «Τι είναι αυτό που το λένε αγάπη;» στην ταινία Το Παιδί και το Δελφίνι. Κατόπιν η Bardot«απάτησε» για λίγο το Σεν Τροπέ με την Ύδρα. Η Jackie Kennedy ακολούθησε. Όταν έφτασαν στο νησί η Μελίνα Μερκούρη με τον Anthony Perkins και τον Jules Dassin για τα γυρίσματα της Φαίδρας, το 1962, η Ύδρα ήταν πλέον ένας κοσμοπολίτικος προορισμός. Και ο Leonard Cohen μόνιμος κάτοικός του.
Εκτός από τους jet setters η Ύδρα του ’60 ήταν στέκι πολλών ξένων διανοούμενων. Κύριες φυσιογνωμίες ήταν οι συγγραφείς Charmian Clift και Charles W. Heckstall, ο Άγγλος ζωγράφος Anthony Kingsmill και ο Νορβηγός συγγραφέας Axel Jensen. Ο σπουδαίος Αμερικανός ποιητής Allen Ginsberg φιλοξενήθηκε πολλά βράδια στο σπίτι του Cohen. Στέκι όλων τους ήταν το αυτοσχέδιο μπαρ «του Κάτσικα», ένα μπακάλικο στο λιμάνι όπου «ανάμεσα σε σακιά με αλεύρι, δοχεία με ελιές και κρεμμύδια σε πλεξούδες, ανθούσε κάτι που έμοιαζε με καλλιτεχνική λέσχη». Εκεί ο Cohen και η παρέα του συναντιούνταν για να απαγγείλουν ποίηση ο ένας στον άλλον. Είναι όμορφοι, νέοι και ανήσυχοι, υπέρμαχοι μιας ζωής αντισυμβατικής, αφιερωμένης στην τέχνη και την αναζήτηση της εσωτερικής ελευθερίας.
Κατά την οκταετία που έμεινε στην Ύδρα έγραψε δύο βιβλία με ποιήματα –το γνωστό Flowers for Hitler– και δύο μυθιστορήματα, τα Favorite Game και Beautiful Losers. Όπως περιέγραψε ο ίδιος αργότερα, «το Beautiful Losers γράφτηκε έξω, σε ένα τραπέζι που είχε στηθεί ανάμεσα σε βράχια, τσουκνίδες και μαργαρίτες, πίσω από το σπίτι μου στην Ύδρα… Ήταν ένα καυτό καλοκαίρι. Ποτέ δεν φορούσα καπέλο. Αυτό που έχετε στα χέρια σας είναι περισσότερο ένα ντελίριο ηλίασης παρά βιβλίο».