Από τον Άρη Βασιλειάδη,

Tο ότι είναι ταλαντούχος ηθοποιός το ξέραμε. Το ότι έχει ευτυχισμένη οικογένεια το φανταζόμασταν. Το ότι του αρέσει να ρισκάρει το θεωρούσαμε σίγουρο. Σε εκείνο που δεν πήγαινε το μυαλό μας είναι πως ο Βασίλης Μπισμπίκης είναι τόσο ποτισμένος με εμπειρίες ως οπαδός του Παναθηναϊκού. Και ότι ξέρει τόσο καλά τα μυστικά του μπλακ τζακ και της ρουλέτας, αφού υπήρξε για χρόνια κρουπιέρης σε καζίνο. Αυτές μάλιστα οι ιδιότητές του, μαζί με εκείνη του μπάρμπαν, ίσως εξηγούν από πού αντλεί τόσα λεπτομερή στοιχεία για να ζωντανέψει με τέτοια πιστότητα τους ήρωες που υποδύεται.

Βέβαια, αν στοιχημάτιζες ότι το παιδί από το Λουτράκι θα γινόταν ηθοποιός και πρόσφατα και σκηνοθέτης, θα έχανες όλα τα λεφτά σου. Μπορεί να ήταν ο πιο εμφανίσιμος στην πόλη και να ξεροστάλιαζαν στο μπαρ για χάρη του τα κορίτσια της περιοχής, αλλά ο αντισυμβατικός χαρακτήρας του δεν άφηνε πολλά περιθώρια για προβλέψεις. Με πατέρα προπονητή ποδοσφαιρικής ομάδας, έμαθε πρώτα από όλα να είναι σκληρός με τον εαυτό του, από μικρός. Αλλά και δίκαιος. Άλλωστε υπήρξε και ο ίδιος παίκτης, αμυντικό χαφ στον ΑΟΛ και τα Αστέρια Λουτρακίου, την εποχή που έπαιζε ερασιτεχνικά και γνώριζε πως, αν δεν αγαπάς αυτό που κάνεις, δεν προχωράς. Αν και για να προχωρήσει έπρεπε πρώτα να ξεμπερδέψει με το στρατό, που για εκείνον έμοιαζε ατελείωτος. «Ήμουν αντιρρησίας συνείδησης και δεν μπορούσα να δεχτώ κάποια πράγματα που ήταν αντίθετα με όσα πίστευα» τονίζει. Ενώ οι συνομήλικοί του υπηρετούσαν δεκαοκτώ μήνες και επέστρεφαν σπίτι τους ψάχνοντας δουλειά, για εκείνον οι μήνες κυλούσαν βασανιστικά, χωρίς να ξέρει αν θα έκανε θητεία μεγαλύτερη και από τους μόνιμους. Αιτία ήταν οι τσακωμοί με τους ανωτέρους του και η σχεδόν καθημερινή κόντρα τους, κάτι που στο μακρινό 1996 των Ιμίων φάνταζε περίπου σαν ανταρσία. Χώρια οι βόλτες χωρίς άδεια με τις στρατιωτικές μπουλντόζες, που εξαγρίωναν ακόμα περισσότερο τους αξιωματικούς του. Αυτές οι συνήθειες του κόστισαν. Τελικά μετά από είκοσι πέντε μήνες θητεία σε μονάδα ανεπιθύμητων, άνοιξε επιτέλους ο δρόμος για την ελευθερία και για αυτό που πραγματικά αγαπούσε.

Πριν από αυτό, όμως, έκανε μια στάση στο καζίνο Λουτρακίου, όπου για μία τριετία, ως κρουπιέρης στο μπλακ τζακ, τη ρουλέτα και το πόκερ, έμαθε να σκέφτεται γρήγορα, να αντιδρά αστραπιαία, να μην κουράζεται και να έχει νεύρα από ατσάλι. Βέβαια, ταυτόχρονα, ήταν μάρτυρας του ανθρώπινου δράματος παικτών που καταστρέφονταν, παίρνοντας μαθήματα ζωής που θα τον ακολουθούσαν σε κάθε του βήμα.

vasilis bisbikis people 200 (3)

Ο Παναθηναϊκός, τα Εξάρχεια και το θέατρο

Παράλληλα η μεγάλη του αγάπη ήταν και παραμένει ο Παναθηναϊκός και ως ο πιο φανατικός οπαδός της ομάδας κρατούσε τα κλειδιά του τοπικού συνδέσμου στο Λουτράκι. «Όλη η οικογένειά μου ήταν Παναθηναϊκοί. Έτσι, αγάπησα αυτή την ομάδα και την ακολούθησα παντού, σε παιχνίδια στη χώρα μας αλλά και στο εξωτερικό». Μάλιστα στις 3 Απριλίου του 1996 ήταν ένας από τους 5.000 φιλάθλους της ομάδας του στις εξέδρες του Άγιαξ στο Άμστερνταμ, όπου στο 87ο λεπτό πανηγύρισε έξαλλα το γκολ του Κριστόφ Βαζέχα, που χάρισε τη νίκη με 0-1. «Ήταν το πιο μαγικό ταξίδι μου. Πέρασα δεκαπέντε μέρες σε ένα λεωφορείο. Πρώτα οδικώς στο Άμστερνταμ και στη συνέχεια στον ευρωπαϊκό τελικό στο Παρίσι, όπου ο μπασκετικός Παναθηναϊκός κέρδισε στις 11 Απριλίου την Μπαρτσελόνα στο Παλέ ντε Μπερσί» θυμάται. «Βέβαια όλα τα ταξίδια μας δεν είχαν εντυπωσιακούς προορισμούς. Θυμάμαι ότι το 1994 είχαμε ταξιδέψει τριάντα άνθρωποι στη Βουλγαρία, σε μια μικρή πόλη, την Πιρίν, όπου παίζαμε για το ευρωπαϊκό κύπελλο, και φυσικά κερδίσαμε 2-0» συμπληρώνει.

Τα Κόκκινα Φανάρια του Βασίλη Γεωργιάδη ήταν η ταινία που τον παρακίνησε να γίνει ηθοποιός. Αλλά από μικρός ένιωθε σιγουριά στο σανίδι. Του άρεσαν οι παραστάσεις και αισθανόταν άνετα μπροστά στον κόσμο. Μάλιστα ο ερασιτεχνικός θίασός τους στο Λουτράκι κέρδισε ένα βραβείο, κάτι που στάθηκε η αφορμή να γνωριστεί με τον Τάσο Ρούσσο, διευθυντή της δραματικής σχολής του Εθνικού Θεάτρου, ο οποίος τον συμβούλεψε να ασχοληθεί με την υποκριτική. Ακολουθώντας την προτροπή του, σπούδασε στη σχολή της Μαίρης Βογιατζή-Τράγκα. Τα βράδια μετά τη σχολή το αγαπημένο του μέρος ήταν τα Εξάρχεια και όλη η φιλοσοφία τους. Το πρωί μαθήματα υποκριτικής, το βράδυ πορείες. «Έχω ζήσει εκεί και ακόμα είναι ο αγαπημένος τόπος μου. Ένας ζωντανός χώρος, που παρά τα όποια ελαττώματα διατηρεί έναν πυρήνα αληθινό και ανθρώπινο» λέει, δηλώντας πίστη σε αυτή την ιδιαίτερη γειτονιά της Αθήνας, αν και θα περιμέναμε οι επιλογές του να είναι προς το Κολωνάκι, όπως άλλων συναδέλφων του, που η αναγνωρισιμότητα τους οδήγησε αυτομάτως εκεί. «Βέβαια η καθημερινότητα σε αλλάζει. Γίνεσαι πιο διαλλακτικός και αντιμετωπίζεις πιο ώριμα τα πράγματα» παραδέχεται για τις ιδεολογικές θέσεις που έχει σήμερα. «Θέλω να είμαι ειλικρινής και ευθύς. Δεν μου αρέσει το ψέμα και η αδικία. Και αν δεν μπορούμε να αλλάξουμε τον κόσμο, ας αλλάξουμε τις ζωές μας χωρίς να βρίσκουμε δικαιολογίες».

Από τα χρόνια της σχολής ήδη ο Βασίλης Μπισμπίκης δεν παιρνούσε απαρατήρητος. Μάλιστα η κορυφαία ηθοποιός του θεάτρου Άννα Συνοδινού ήταν εκείνη που τον επέλεξε πρώτη για τις παραστάσεις της. «Η αλήθεια είναι πως προτιμούσε, τιμώντας μια παράδοση, να μην παίζουμε στην τηλεόραση και αυτό το σεβάστηκα» υπογραμμίζει για την καλλιτεχνική θητεία του δίπλα της, που διήρκεσε τέσσερα χρόνια. Ακολούθησε το Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος. Στη συνέχεια η κάθοδος στην Αθήνα και η πρόταση από την Έλενα Ακρίτα για τα Μυστικά της Εδέμ. Το νερό έμπαινε σιγά σιγά στο αυλάκι. Και αν δεν ήταν η κρίση, τα πράγματα θα ήταν διαφορετικά, αν και ο ίδιος υποστηρίζει ότι η κρίση δρα ευεργετικά. «Πλέον δεν έχουμε δικαιολογίες, ότι οι παλιότερες γενιές δημιούργησαν επειδή μεγάλωσαν σε πολέμους και δικτατορίες έχοντας πολύ ισχυρά κοινωνικά ερεθίσματα. Τώρα ζούμε κι εμείς μια ανάλογη περίοδο. Για αυτό και πρέπει να είμαστε πιο έντιμοι με τον εαυτό μας και τους άλλους και περισσότερο συνειδητοποιημένοι. Δεν γίνεται να χειροκροτάς την Αντιγόνη και όταν βγαίνες από το θέατρο να γίνεσαι ένας μικρός Κρέοντας. Η αυτογνωσία είναι το μεγάλο όφελος του θεάτρου».

Διαβάστε όλη τη συνέντευξη στο People, που κυκλοφορεί αυτή την Κυριακή, μαζί με το Πρώτο Θέμα.