Από τον Άρη Βασιλειάδη,

Ακόμα και τα καλοκαίρια του είναι γεμάτα. Το Giannakis Academy, το camp που ολοκληρώνεται στη Χαλκιδική στις 29 Ιουνίου και συνεχίζεται στην Αθήνα στις 6 Ιουλίου, είναι γεμάτο παιδιά, που σε κάθε ευκαιρία τον ρωτούν για τα μυστικά του μπάσκετ και το θρύλο της ομάδας του ’87. Μιας ομάδας που ήρθε από το πουθενά και κατέκτησε τα πάντα.

Είναι αδύνατο ο Παναγιώτης Γιαννάκης να βγει από το σπίτι του και να μην τον χαιρετήσουν στο δρόμο ‒ με φράσεις που τις περισσότερες φορές έχουν την έννοια του «ευχαριστώ». «Ευχαριστώ» για τα Κύπελλα, τα τρίποντα, τις βουτιές στο παρκέ, αλλά κυρίως για εκείνο το έπος του ’87, το χρυσό στο Πανευρωπαϊκό της Αθήνας. Και μπορεί από τότε όλα, ή σχεδόν όλα, να έχουν φθαρεί, να έχουν χάσει τη λάμψη τους ή να στέκουν μετέωρα μέσα σε ένα σύννεφο γραφικότητας, εκείνο, όμως, το χρυσό μετάλλιο δεν λέει να απομυθοποιηθεί με τίποτα. Είναι η περηφάνια του Έλληνα, η στιγμή που κρύος ιδρώτας λούζει τον Γολιάθ, που το αδύνατο γίνεται εφικτό. Και ικανό, μέσα σ’ ένα φονικό καύσωνα που φλερτάρει διαρκώς τους 40°C, να συντονίσει, χωρίς Facebook, εκατομμύρια Έλληνες και να τους βγάλει σε παραληρηματική κατάσταση στους δρόμους.

Ο Γιαννάκης στα 28 του, ώριμος, κατασταλαγμένος και αποφασισμένος το μακρινό πλέον ’87 ήταν ο μαέστρος και ο εμψυχωτής της Εθνικής μας ομάδας, αλλά και πρότυπο επαγγελματία, με ήρεμη προσωπική ζωή. Στις κερκίδες του νεότευκτου Σταδίου Ειρήνης & Φιλίας πανηγύριζε μαζί με 17.000 φιλάθλους η σύζυγός του, Ευγενία, με την πεντάχρονη κόρη τους, Κέλλυ, ενώ ο 1 έτους γιος τους, Δημήτρης, βρισκόταν σπίτι τους. Οι θυσίες φάνταζαν πολύ μακρινές. Η σκόνη από τα δύσκολα παιδικά χρόνια στη Νίκαια σαν να είχε χαθεί. Πώς, όμως, ο έκτος γιος της υφάντριας, Καλλιόπης, και του επισκευαστή ποδηλάτων και μοτοσικλετών, Δημήτρη, έφτασε σκαλί σκαλί στην κορυφή;

Μικρά και μεγάλα μυστικά της ομάδας του ’87

Μας αρέσει να ακούμε ότι οι παρέες γράφουν ιστορία, αλλά η επιτυχία του ’87 περισσότερο οφειλόταν στη σκληρή προπόνηση και στον προγραμματισμό παρά στις φιλίες των παικτών. «Μιλούσαμε πολύ μεταξύ μας, περνούσαμε καλά, αλλά κολλητοί δεν ήμασταν. Μας έδεναν οι κοινοί στόχοι, οι χαρές, οι λύπες, οι πανηγυρισμοί, ο σεβασμός στον ιδρώτα και στην προσπάθεια του άλλου. Γνωρίσαμε καλύτερα ο ένας τον άλλο, θυμώσαμε ο ένας με τον άλλο, μάθαμε να παίζουμε μαζί, να σχεδιάζουμε μαζί, να συγκρουόμαστε, να συμπληρώνουμε ο ένας τον άλλο και να βελτιωνόμαστε παιχνίδι με το παιχνίδι. Αλλά δουλέψαμε πολύ». Στο λίγο χρόνο προετοιμασίας; «Η Εθνική ταξίδεψε στην Αμερική. Παίξαμε πολλά φιλικά. Χάναμε με 40 πόντους από το North Carolina του Michael Jordan αλλά κερδίζαμε σε εμπειρίες. Βλέπαμε απίστευτα αθλητικούς και γρήγορους παίκτες με μοναδική τεχνική. Δεν φοβόμασταν να χάσουμε. Μας ένοιαζε να υπερβούμε τον εαυτό μας ‒ και αυτό μας βοήθησε στην πορεία μας στο Πανευρωπαϊκό”.

Ο αρχικός στόχος σας ήταν να μπούμε στην οκτάδα; «Ο Έλληνας δεν έχει υπομονή. Ειδικά αν του δημιουργήσεις υπεραισιοδοξία, σου δημιουργεί πίεση που, αν δεν έχεις ποιότητα και προσωπικότητα, δεν μπορείς να την αντέξεις. Εμείς μέχρι εκείνη τη στιγμή δεν είχαμε μάθει να κάνουμε πρωταθλητισμό, να παίζουμε ως φαβορί με ποιοτικές ομάδες όπως η Ισπανία, η Ιταλία, η Γιουγκοσλαβία και η Σοβιετική Ένωση». Το μετάλλιο πότε άρχισε να φαίνεται καλύτερα; «Μετά τη Γαλλία βλέπαμε όλοι ξεκάθαρα ότι μπορούσαμε να διεκδικήσουμε μια καλή θέση στην τετράδα. Την Ιταλία δεν την είχαμε κερδίσει μέχρι τότε αλλά μπορούσαμε. Οι Γιουγκοσλάβοι ήταν λίγο αλλαζόνες, έλεγαν “είστε καλοί, αλλά όχι σαν και εμάς”. Με τη Σοβιετική Ένωση στο πρώτο μας παιχνίδι χάσαμε για τρεις πόντους. Ήμασταν κοντά. Άρα μπορούσαμε να κοιτάζουμε ψηλά». Φοβήθηκαν κάποιο παιχνίδι; «Όχι, ούτε ένα. Είχαμε μεγάλη πίστη στις δυνατότητές μας». Τι είπε στον Αργύρη Καμπούρη πριν σουτάρει τις δύο νικηφόρες ελεύθερες βολές; «“Βάλ’ τες και μην κοιτάς κανέναν” του είπα επειδή ο κόσμος είχε αγωνία και θα μπορούσε να τον αγχώσει». Η δική του φάση πού ξεχωρίζει; «Η βουτιά που έκανα στο παιχνίδι με τη Γιουγκοσλαβία αποτρέποντας λέι απ του Γκρίμποβιτς στον αιφνιδιασμό». Και όχι το πώς άντεξε την αγκωνιά του ύψους 2,20 μέτρων και 170 κιλών Τκατσένκο; «Εκείνη τη στιγμή δεν με σταματούσε τίποτα. Δεν είχα ενδοιασμό να σταθώ ακόμα και μπροστά σε τρένο προκειμένου να κερδίσουμε». Τα τελευταία λεπτά μέχρι το σφύριγμα της λήξης φαίνονταν αιώνες. Αλλά έμειναν στην ιστορία. Το ανθρώπινο ποτάμι χαράς που από όλη την Αθήνα ξεχύθηκε στην Ομόνοια. Οι πανηγυρισμοί. Το Κύπελλο. Το στεφάνι ελιάς που του πέρασε κάποιος στο λαιμό. «Δεν ξέρω ποιος το έκανε αλλά θα ήθελα να το μάθω». Οι ατέλειωτες ώρες μέχρι να φτάσουν στο ξενοδοχείο τους, το θρυλικό Johns στη Γλυφάδα.

Η ιστορία για τον Παναγιώτη Γιαννάκη επαναλήφθηκε. Κέρδισε με τον Άρη το Κύπελλο Κυπελλούχων Ευρώπης το ’93, με τον Παναθηναϊκό το Ευρωπαϊκό Πρωτάθλημα το ’96. Ενώ ως προπονητής της Εθνικής ομάδας το χρυσό στο Ευρωμπάσκετ του 2005 και το ασημένιο στο Μουντομπάσκετ του 2006, όπου και κέρδισε την ομάδα των ΗΠΑ, η οποία από τότε δεν έχει ξαναχάσει. «Ο αθλητισμός είναι απλή υπόθεση» τονίζει. «Προσθέτει προσόντα στο χαρακτήρα μας και όμορφες στιγμές στις συζητήσεις μας».

Διαβάστε όλη τη συνέντευξη στο People, που κυκλοφορεί αυτή την Κυριακή, μαζί με το Πρώτο Θέμα.