Μάρω Κοντού: Η ζωή και η καριέρα της σπουδαίας ηθοποιού – Οι ρόλοι που άφησαν εποχή σε θέατρο και κινηματογράφο, η πολιτική και οι δύο γάμοι


Πανελλήνια θλίψη έχει προκαλέσει η είδηση του θανάτου της Μάρως Κοντού σε ηλικία 92 ετών.

Η σπουδαία ηθοποιός που πρωταγωνίστησε επί δεκαετίες στο θέατρο και τον κινηματογράφο, κατέληξε το πρωί της Τετάρτης (15/7) στο νοσοκομείο «Άγιος Σάββας», όπου νοσηλευόταν τις τελευταίες 10 ημέρες. Νωρίτερα, η Μάρω Κοντού είχε νοσηλευτεί και στο «Αττικόν».

Η Μάρω Κοντού έζησε μία ζωή γεμάτη, αφήνοντας το δικό της μοναδικό στίγμα σε ταινίες και παραστάσεις, που άφησαν ιστορία και αγαπήθηκαν πολύ από το κοινό.

Εντυπωσιακή, φινετσάτη, αέρινη, λαμπερή, προικισμένη με αστείρευτο ταλέντο, η Μάρω Κοντού πρωταγωνίστησε σε 61 ταινίες μεγάλου μήκους και 90 θεατρικά έργα, ελληνικού και ξένου ρεπερτορίου στην πολυετή καλλιτεχνική της διαδρομή. Από τη δεκαετία του ’90 ασχολήθηκε με την πολιτική ως στέλεχος της Νέας Δημοκρατίας και διατέλεσε βουλευτής στην Α’ Αθηνών και δημοτικός σύμβουλος στον Δήμο Αθηναίων.

Η απώλεια του πατέρα και ο χορός

Η Μάρω Κοντού γεννήθηκε στις 21 Ιουνίου 1934 στην Αθήνα και συγκεκριμένα στο Κουκάκι, με καταγωγή από τα Ψαρά. Ο πατέρας της ήταν Πειραιώτης έμπορος που όμως είχε καλλιτεχνικές ευαισθησίες, ζωγραφίζοντας και γράφοντας στίχους. Δυστυχώς έφυγε από τη ζωή από φυματίωση όταν εκείνη ήταν μόλις δύο ετών και η νεαρή Μάρω μεγάλωσε με τη μητέρα της και τη γιαγιά της.

Σπούδασε χορό στη σχολή της Κούλας Πράτσικα, τη σημερινή Κρατική Σχολή Ορχηστικής Τέχνης. Με το ταλέντο της κατάφερε να αποσπάσει υποτροφία για την σχολή HLADEK στη Γερμανία, την οποία όμως δεν αξιοποίησε λόγω της δύσκολης οικονομικής κατάστασης. Επέμεινε όμως στις καλλιτεχνικές της ανησυχίες και «σαμποτάρισε» τις πιθανότητες πρόσληψής στην Εθνική τράπεζα (κατόπιν οικογενειακής πίεσης) παραδίδοντας στις εξετάσεις σημείωμα που έγραφε «Δεν μ’ ενδιαφέρει να προσληφθώ, με πιέζουν, ευχαριστώ».

Έχοντας αποφοιτήσει από τη σχολή χορού, συμμετείχε στις οντισιόν που έκανε ο Δημήτρης Ροντήρης για το Εθνικό Θέατρο, όπου και προσελήφθη το 1953 ως μέλος του χορού στα ανεβάσματα αρχαίων τραγωδιών (ανάμεσα στις άλλες επιτυχούσες ήταν και η Μαίρη Χρονοπούλου). Μερικά χρόνια αργότερα έδωσε εξετάσεις και έλαβε την άδεια ασκήσεως επαγγέλματος του ηθοποιού, ως εξαιρετικό ταλέντο, από την Ανωτάτη Κρατική Επιτροπή του Υπουργείου Παιδείας.

Η πρώτη εμφάνιση στο θέατρο και οι 90 παραστάσεις

Η Μάρω Κοντού έκανε την πρώτη της θεατρική εμφάνιση ως μέλος του χορού στο ανέβασμα του «Ιππόλυτου» από τον Δημήτρη Ροντήρη στο Ωδείο Ηρώδου του Αττικού (1953) και κατά τη διάρκεια της πορείας της στο σανίδι συμμετείχε σε περισσότερες από 90 παραστάσεις.

Ο «Ιππόλυτος» ήταν η ίδια παράσταση που ένα καλοκαίρι αργότερα εγκαινίασε το θεσμό των Επιδαύριων και η Μάρω Κοντού ήταν και τότε παρούσα στο αρχαίο θέατρο της Επιδαύρου.

Παρέμεινε στο Εθνικό Θέατρο έως το καλοκαίρι του 1958, δίπλα σε ιερά τέρατα, όπως η Κατίνα Παξινού, ο Αλέξης Μινωτής και η Άννα Συνοδινού. Τα καλοκαίρια ως μέλος του χορού σε αρχαίες τραγωδίες και κωμωδίες και τους χειμώνες πλαισιώνοντας κλασσικές παραστάσεις.

Δεν άργησε να τραβήξει την προσοχή θιασαρχών του ελεύθερου θεάτρου. Πρώτος ο Ντίνος Ηλιόπουλος την κάλεσε το 1959 στο θίασό του και μαζί περιόδευσαν σε Ελλάδα και Κύπρο με τα έργα «Φωνάζει ο Κλέφτης» του Δημήτρη Ψαθά και «Η Κυρία του Κυρίου» των Τσιφόρου – Βασιλειάδη. Σε μια από αυτές τις παραστάσεις την είδε ο Άλκης Στέας και την σύστησε στον Δημήτρη Χόρν, ο οποίος της προσέφερε τον πρώτο της πρωταγωνιστικό ρόλο σε Αθηναϊκή σκηνή με το έργο «Ρομανσέρο» του Ζακ Ντεβάλ (χειμερινή περίοδος 1959-60). Η Μάρω Κοντού συνεργάστηκε με τον Δημήτρη Χορν για τρεις σεζόν, ώσπου τρία χρόνια αργότερα την προσλαμβάνει ο Μάνος Χατζιδάκις στη θρυλική παράσταση «Οδός Ονείρων» (1962). Στην παράσταση αυτή ερμήνευσε το τραγούδι «Μαύρη Φορντ», που έγινε διαχρονική επιτυχία.

Τη δεκαετία του 1970 στράφηκε σχεδόν αποκλειστικά στο θέατρο επιλέγοντας ως επί το πλείστον κωμωδίες Ελλήνων συγγραφέων (Τσιφόρου – Βασιλειάδη, Γιαλαμά – Πρετεντέρη, Ψαθά κλπ). Σημείωσε μεγάλες εισπρακτικές επιτυχίες και αρκετές χρονιές ήταν συνθιασάρχισσα άλλοτε με τον Λάμπρο Κωνσταντάρα, άλλοτε με τον Κώστα Βουτσά ή τον Γιώργο Κωνσταντίνου. Παρέμεινε ενεργή και δεν απέφυγε να συνεργαστεί με νεότερούς της δημιουργούς, όπως για παράδειγμα με τον Λάκη Λαζόπουλο («Τι Είδε ο Γιαπωνέζος», 1987) και με τον Σταμάτη Κραουνάκη («Χ-Σκηνής, Αυτά που κάψαν το σανίδι», 2008). Εξαιρετική ήταν επίσης στο ρόλο της βασίλισσας Ελισάβετ στη θεατρική παράσταση «Ελισάβετ – Μια Γυναίκα από Σύμπτωση» του Ντάριο Φο που ανέβασε ο Γιώργος Κατσιμίχος το 2012.

Η πορεία στον κινηματογράφο 

Η πρώτη κινηματογραφική εμφάνιση της Μάρως Κοντού ήταν στην ταινία της Φίνος Φιλμ «Χαρούμενο Ξεκίνημα» (1954) του Ντίνου Δημόπουλου, με ένα βουβό ρόλο. Ακολούθησαν ρόλοι σε ταινίες άλλων παραγωγών («Ο Άνθρωπος του Τραίνου», «Έγκλημα στο Κολωνάκι», «Έγκλημα στα Παρασκήνια») πριν κάνει ντεμπούτο με πρωταγωνιστικό ρόλο στην ταινία της Φίνος Φιλμ «Τα Κίτρινα Γάντια» (1960) ως σύζυγος του ζηλόφθονα Νίκου Σταυρίδη. Επέστρεψε στη Φίνος Φιλμ το 1963 πρωταγωνιστώντας στο πλευρό του Ντίνου Ηλιόπουλου στην ταινία «Ο Φίλος μου ο Λευτεράκης».

Η Μάρω Κοντού συμμετείχε σε πάνω από 50 κινηματογραφικές παραγωγές μεταξύ των οποίων η ταινία του Γιώργου Τζαβέλλα «Αντιγόνη» (1961) ως Ισμήνη, αλλά και το διαχρονικό φιλμ (επίσης του Τζαβέλλα) «Η Γυνή να Φοβείται τον Άνδρα» (Δαμασκηνός-Μιχαηλίδης, 1965), όπου μαζί με τον Γιώργο Κωνσταντίνου υποδύθηκαν το ζεύγος Κοκοβίκου, ένα από τα πλέον διάσημα ζευγάρια του ελληνικού κινηματογράφου.

Τελευταία συνεργασία της Μάρως Κοντού με τη Φίνος Φιλμ ήταν στην αξέχαστη «Μια Ιταλίδα από την Κυψέλη» (1968) στον κεντρικό ρόλο πλάι στον Αλέκο Αλεξανδράκη. Ιδιαίτερη επιτυχία είχαν και οι 13 ταινίες όπου συμπρωταγωνίστησε με τον Λάμπρο Κωνσταντάρα («Ο Γεροντοκόρος», «Ο Στρίγγλος που Έγινε Αρνάκι», «Κρίμα το Μπόι σου» κ.α.).

Με την κάμψη του εμπορικού κινηματογράφου από τα μέσα της δεκαετίας του 1970 οι επιλογές της έγιναν όλο και λιγότερες. Ξεχώρισε ίσως ο ρόλος στην ταινία «Το Μεγάλο Κανόνι» (1981) με τον Θανάση Βέγγο. Χρειάστηκε να περάσει μακρύ διάστημα απουσίας από τον κινηματογράφο για να επιστρέψει η Μάρω Κοντού το 2012 με ένα ρόλο στην ταινία «Αν» του Χριστόφορου Παπακαλιάτη.

Οι συμμετοχές της στην τηλεόραση ήταν περιορισμένες, σε παραγωγές όπως «Ένοχοι», «Τρεις στο Γύρο», «Το Πάθος». Το 2021 βρέθηκε ξανά στις τηλεοπτικές οθόνες με ένα χαρακτηριστικό ρόλο στη σειρά «Γη της Ελιάς».

Το 1990, παρουσίασε την εκπομπή «Χωρίς παρεξήγηση», που είχε συνολικά μόλις 14 επεισόδια, και προβαλλόταν από την ΕΤ2. Στο πρώτο επεισόδιο, στις 7 Μαΐου 1990, είχε καλεσμένη τη Ρένα Βλαχοπούλου.

Μεγάλη αγάπη της Μάρως Κοντού, εκτός από την υποκριτική, υπήρξε και η ζωγραφική. Έργα της εκτέθηκαν σε ατομική έκθεση στην Γκαλερί Αντήνωρ το 1993, ενώ πίνακάς της εκτίθεται στο Μουσείο Βορρέ.

Η ενασχόληση με την πολιτική

Παράλληλα με την καριέρα της σε θέατρο και κινηματογράφο, η Μάρω Κοντού πήρε την απόφαση να ασχοληθεί ενεργά και με την πολιτική.

Η ενασχόλησή της με την πολιτική άρχισε το 1994 από την Τοπική Αυτοδιοίκηση, ως εκλεγμένη δημοτική σύμβουλος στο Δήμο Αθηναίων, όπου παρέμεινε για επτά χρόνια. Διετέλεσε πρόεδρος του Δημοτικού Ραδιοφωνικού Σταθμού Αθήνα 9,84, και αργότερα Πρόεδρος του Κέντρου Βρεφών «Μητέρα».

Έκανε τρεις σύντομες θητείες στο Ελληνικό κοινοβούλιο (1999-2000, 2003-2004 και 2007), έχοντας αποσπάσει την πρώτη επιλαχούσα θέση στην περιφέρεια της Α’ Αθηνών με τη Νέα Δημοκρατία.

Οι δύο γάμοι

Η Μάρω Κοντού είχε κάνει δύο γάμους, με τον διευθυντή φωτογραφίας της Φίνος Φιλμ, Αριστείδη Καρύδη-Φουκς, καθώς και με τον διαφημιστή Γιώργο Δόξα.

Η καταξιωμένη ηθοποιός έκανε τον πρώτο γάμο της με τον Αριστείδη Καρύδη – Φουκς τον Ιανουάριο του 1960, όταν η ίδια ήταν 25 ετών.

Για την γνωριμία της με τον Ελληνογερμανό κινηματογραφιστή και μοντέρ Αριστείδη Καρύδη- Φουκς, είχε δηλώσει χαρακτηριστικά: «Πιστεύω ότι ο πιο δυνατός μου έρωτας, που με πόνεσε κιόλας, ήταν με τον Αριστείδη Καρύδη-Φουκς».

Η γνωριμία και ο δρόμος προς το γάμο ήταν επεισοδιακή: «Έκανε μία δήθεν απόπειρα αυτοκτονίας και το έφαγα το παραμυθάκι εγώ κι έτσι παντρευτήκαμε. Η μαμά με είχε φροντίσει με ένα συνοικέσιο με έναν εφοπλιστή και μην έχοντας ακόμη ούτε ερωτευτεί είπα ναι. Στο τελευταίο γύρισμα γίνεται ένα τραπέζι από την παραγωγή, είμαστε όλοι και είναι απέναντί μου ο Καρύδης και μου πετάει σποράκια από πεπόνι.

Απαντάω κι εγώ με τα σποράκια και μετά σταματάει, δεν μου δίνει σημασία. Έρχεται στο αυτί μου και μου λέει “εγώ με αρραβωνιασμένες δεν φλερτάρω. Και όπως δεν τον θέλω καθόλου αυτόν που έχω αρραβωνιαστεί, κι εκείνο το βράδυ έγινε ηλεκτρισμός, κάνω έτσι εγώ, πετάω τη βέρα, δίπλα η θάλασσα, και λέω “τώρα δεν είμαι”. Αυτό ήταν!».

Ο γάμος όμως δεν κράτησε. «Στα 7 χρόνια ο άντρας μου άρχισε να ξενοβλέπει, εγώ το μυρίστηκα και δεν μου άρεσε. Το κερατάκι μου το έχω φάει. Και νομίζω ότι είναι δεδομένο. Το άλλο πρόσωπο ήταν πολύ διάσημο αλλά δεν ήταν αυτή η αιτία. Πρώτα είχαμε χαθεί και μετά έγινε αυτή η συνάντηση της Αλίκης Βουγιουκλάκη με τον άντρα μου, που ήταν μόνοι τους επί 40 μέρες και γύριζαν μια ταινία. Ήταν η στιγμή να το διαλύσουμε. Βγάλτε το πια αυτό που το μασάνε σε κάθε συνέντευξη. “Χώρισες γιατί στον πήρε η Αλίκη”. Καμία γυναίκα δεν παίρνει κανέναν άντρα από κανένα σπίτι, όταν ήδη το σπίτι δεν είναι έτοιμο να διαλυθεί».

 

H Μάρω Κοντού έχει μιλήσει και για τους λόγους που δεν κατάφερε να αποκτήσει παιδιά. «Δεν μπορούσα, όχι δεν έκανα, δεν μπορούσα. Από πολύ νέα το γνώριζα. Βέβαια, περνώντας τα χρόνια, γύρω στα 35 μου, το έψαξα στο εξωτερικό. Πήγα και βρήκα αυτόν που βοήθησε τη Λόρεν να κάνει παιδί, στην Ελβετία. Μου είπε: “Δε θα κάνετε ποτέ παιδί, εν αντιθέσει δεν θα πάθετε ποτέ καρκίνο εδώ και κάτι ακόμα, θα είστε πάντα νεότερη από τις συμμαθήτριές σας κατά δέκα χρόνια”. Περνούν τα χρόνια και βλέπω ότι και τα δύο είναι καλά έως τώρα. Μου είπε και μια πολύ σημαντική φράση: “Αν θέλετε, όμως, μπορείτε να υιοθετήσετε και να σας βοηθήσω”», ανέφερε σε συνέντευξή της στον Νίκο Χατζηνικολάου.

Στις 21 Ιουλίου του 1975, σε ηλικία 45 ετών, η ηθοποιός παντρεύτηκε τον διαφημιστή Γιώργο Δόξα, γιο του λογοτέχνη και ποιητή Τάκη Δόξα. Ήταν ένας γάμος που δεν κράτησε πολύ. Η ίδια έχει αναφέρει πως ήταν δικό της λάθος καθώς αν κι ο δεύτερος σύζυγος της ήταν ένας αξιόλογος άνθρωπος, δεν είχαν ζήσει μαζί και δεν είχαν δει αν ταιριάζουν πριν παντρεύουν.

 

Με πληροφορίες από finosfilm.com, wikipedia



διαβάστε περισσότερα



ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ ΝΕΑ!