
Κασσάνδρα ΙΙ του Σταύρου Ξ. Πέτρου: Μεταξύ Μνήμης και Ατομικότητας
Κασσάνδρα ΙΙ του Σταύρου Ξ. Πέτρου: Μεταξύ Μνήμης και Ατομικότητας
της Αγνής Αγάθης Κ. Παπαμιχαήλ*
Ο πολυβραβευμένος Σταύρος Ξ. Πέτρου στη νέα του ποιητική συλλογή, Κασσάνδρα ΙΙ (Αθήνα: εκδόσεις Ελευθερουδάκης, 2024) — άξια συνέχεια της βραβευμένης πρώτης του συλλογής, Κασσάνδρα (του ιδίου εκδοτικού οίκου, 2023) —, με αφοπλιστικό συναισθηματισμό, ειλικρίνεια, και ενίοτε καυστικότητα, δίνει σάρκα και οστά σε κάθε τι νεφελώδες που συσκοτίζει την ανθρώπινη καρδιά και διανόηση, πλαισιώνοντάς το με μορφές, θέματα και πυκνούς συμβολισμούς που πηγάζουν από την πολυεπίπεδη ιστορική, πνευματική, και λογοτεχνική παράδοση του ελληνόφωνου κόσμου. […]
Η Κασσάνδρα ΙΙ είναι μια προσεγμένη συλλογή, γραμμένη σε λόγο λόγιο, αλλά πάντα προσιτό, παραστατικό, και άμεσο. Τα 48 συνολικά ποιήματά της, μικρής, κατά κύριο λόγο, έκτασης, διέπονται από θεματική συνοχή, συχνά βρισκόμενα σε διάλογο μεταξύ τους. Με την ιεροτελεστική και στοχευμένη επανάληψη όρων-κλειδιών καθ’ όλη την έκταση της συλλογής, ο Πέτρου πλάθει ένα ολοζώντανο ποιητικό σύμπαν, όπου οι λέξεις καθίστανται φορείς σύνθετων ιδεών, περιβαλλόμενων από αντιφατικές δυνάμεις. Μέσα στη ‘νύχτα’, ο ποιητής βιώνει την απομόνωση και την απελπισία, ανακαλύπτοντας, ωστόσο, την έμπνευση και την αυτοπραγμάτωση· ‘αγαπά’ χωρίς ντροπή, και παρά τις οποιεσδήποτε συνέπειες· μέσω της ‘προσευχής’, εναποθέτει τις ελπίδες και τον πόνο του στα Θεία, συντονισμένος με μια πνευματική και πλήρη νοήματος πτυχή της καθημερινότητας.
[…] Όπως πολύ εύστοχα επισημαίνει ο Δρ. Γεώργιος Ορφανίδης, επιμελητής της συλλογής Κασσάνδρα ΙΙ, μέσα από την ποίησή του, ο Σταύρος Ξ. Πέτρου εμπνέεται από τη μορφή της Κασσάνδρας και «εν πλήρη συνειδήσει απροστάτευτος αλλά πεπεισμένος για το καρποφόρο ποιόν της πράξης του, αναζητά το όποιο θείο σε όλο το φάσμα αυτού του κόσμου». Με βαθιά κατανόηση και σεβασμό προς την τραγική ηρωίδα του Ομήρου, του Αισχύλου, και του Ευριπίδη, ο Σταύρος Ξ. Πέτρου επιστρατεύει την Κασσάνδρα ως προσωπείο, φερέφωνο, και συνδιαλέκτη, αναδεικνύοντας τη διαχρονικότητα του χαρακτήρα της και ανάγοντάς την σε ένα καίριο σύμβολο με απήχηση στο σύγχρονο, μοναχικό, ευαισθητοποιημένο, μα και αγέρωχο καλλιτέχνη.
Με αυτό τον τρόπο, δίδεται πνοή σε ένα καλλιτεχνικό ιδεώδες άκρως συνειδητοποιημένο και τοποθετημένο στο μέσον (με την κυριολεκτική και μεταφορική έννοια του medium ως πνευματικού διαμεσολαβητή) των προαναφερόμενων αντιφατικών δυνάμεων. Ως μεσάζουσα, η Κασσάνδρα του Πέτρου λειτουργεί ως συνδετικός κρίκος μεταξύ αυτοβουλίας και εξωτερικά επιβαλλόμενης συνέπειας, ηθικής ακεραιότητας και περιθωριοποίησης, αυτοπραγμάτωσης και απωθημένου.
[…] Παράλληλα, μέσα από τη μεταιχμιακή και συνειδητοποιημένη μορφή της Κασσάνδρας, τα επιμέρους στοιχεία του ρέοντος χρόνου συνδέονται σε μια απρόσκοπτη συνέχεια, επιτρέποντας, έτσι, στον ποιητή να εξερευνήσει περίτεχνα την άρρηκτη σύνδεση του ατόμου με την προσωπική αλλά και ευρύτερη πολιτιστική του παράδοση.
Η ιδιοφυία του Σταύρου Ξ. Πέτρου φεγγοβολεί καθ’ όλη την έκταση της συλλογής Κασσάνδρα ΙΙ· όμως, ένα ιδιαίτερα λαμπρό παράδειγμα, κατά την ταπεινή άποψη της γράφουσας, αποτελεί το δίστιχο με τίτλο ‘Κασσάνδρα προς Εκάβη’:
-Μαμά, εγώ τι θα γίνω όταν μεγαλώσω;
-Γυναίκα.
Προφανώς, το δίστιχο αναδεικνύει το χάρισμα του Πέτρου να εξετάζει με λακωνισμό βαρυσήμαντες ιδέες, όπως και την κυριότητά του στο συμβολισμό, επικαλούμενος την ιδιότητα της προφήτισσας της καταστροφής που μοιράζονταν η μάνα Εκάβη και η κόρη Κασσάνδρα. Η ιδιότητα της ‘γυναίκας’, όπως βιώθηκε από τις Ομηρικές αυτές ηρωίδες, συνεπάγεται με πόνο και επιλογές που αναπόφευκτα οδηγούν σε οδύνη. Πέραν αυτών, η στροφή του παιδιού προς το γονέα για καθοδήγηση — μια καθοδήγηση προσφερόμενη με ευθύτητα αλλά και πίκρα — εισάγει και το στοιχείο του διαλόγου γενεών, κάτι που χαρακτηρίζει με συνέπεια την κοσμοαντίληψη του Σταύρου Ξ. Πέτρου.
Ως καλλιτέχνης, ο Πέτρου δεν διστάζει να στραφεί στο Διονύσιο Σολωμό ως πρότυπο για τη σφυρηλάτηση της δικής του ποιητικής. Βρισκόμενη σε ένα από τα καυστικότερα ποιήματα της συλλογής, η επίκληση στον εθνικό ποιητή δεν αποτελεί προϊόν στείρας προγονολατρείας, αλλά απόρριψης της εύπεπτης ποίησης στο βωμό της ‘γρήγορης μόδας’. Τω όντι, η ποίηση του Σταύρου Ξ. Πέτρου απευθύνεται σε κάτι βαθύτερο και υψηλότερο, και η επικοινωνία του με παρελθοντικά ερεθίσματα, βγαλμένα από τη θαυμαστή ελληνική λογοτεχνική παράδοση, σε συνδυασμό με τη συναισθηματικά έντονη παρουσία του στο παρόν, τον οδηγούν στα επιθυμητά βάθη και ύψη.
[…] Ταυτόχρονα, μέσα από την πρεσβύτερη μορφή της γιαγιάς του, με την οποία και παραλληλίζει τον εαυτό του, ο ποιητής αποδέχεται τα πάθη ως αναπόσπαστο κομμάτι της ταυτότητάς του, και ως τίμημα για ό,τι όμορφο έχει βιώσει. Η περιγραφή των (συμβολικών) κορνιζών για τις φωτογραφίες – αναμνήσεις της γιαγιάς του ποιητή, παρουσιάζει ιδιαίτερο νοηματικό, αλλά και διά-πολιτιστικό ενδιαφέρον:
Τον γέμισε πληγές η γιαγιά μου τον χρόνο,
άλλες χρυσές άλλες ασημένιες,
τετράγωνες και ορθογώνιες πληγές.
Με τους στίχους αυτούς, ο ποιητής παραδέχεται, μεν, το επίπονο των ενθυμήσεων του παρελθόντος, αλλά και την αξία τους, όπως παραλληλίζεται μέσα από τα πολύτιμα μέταλλα των κορνιζών. Αξίζει να σημειωθεί ότι το λεκτικό αυτό παραπέμπει στην ιαπωνική τεχνική του kintsugi (金継ぎ — ‘ένωση χρυσού’)· σύμφωνα με αυτή, λιωμένο χρυσάφι εκχύνεται σε ρωγμές πάνω σε στερεά αντικείμενα, με σκοπό τον εξωραϊσμό της ρωγμής, αλλά και την ανάδειξή της ως μέρους της ιστορίας του αντικειμένου. Το κατά πόσο αυτή η παραπομπή είναι εκούσια ή ακούσια, παραμένει άγνωστο στη γράφουσα· το σίγουρο, όμως, είναι ότι η Κασσάνδρα ΙΙ ξεχωρίζει για τη χρήση του πολιτισμού σε συνάφεια με τις εσωτερικές αναζητήσεις του ποιητή.
Ως τέκνο της Νήσου των Αγίων και της Αφροδίτης, ο Σταύρος Ξ. Πέτρου αφομοιώνει ευφραδέστατα στο είναι του την πολύπλοκη πολιτιστική του ταυτότητα. Μια από τις εμφανέστερες μαρτυρίες της ταυτότητας αυτής κρύβεται στις ‘γραμμές σχολικού τετραδίου – Δεν Ξεχνώ –’, μια αναφορά στα τετράδια με φωτογραφίες από τα κατεχόμενα εδάφη της Κύπρου, που προσφέρονται σε κάθε μαθητή δημοτικής εκπαίδευσης στην Κυπριακή Δημοκρατία. Φερόμενα, στο εν λόγω ποίημα, ως μέσα της διά βίου δημιουργικής διαδικασίας του ποιητή, συνδέουν τις προσωπικές του ανησυχίες μαζί με μείζονες εθνικούς προβληματισμούς γύρω από τον άξονα της μνήμης, που εκφράζεται βοερά μέσα από το σύνθημα – σήμα κατατεθέν: ‘Δεν Ξεχνώ’. […]
Στην ποίηση του Σταύρου Ξ. Πέτρου, η αρχέγονη άγια γη της Θήβας και ο Επιτάφιος της Μεγάλης Παρασκευής εμφανίζονται ως έγκυρα σημεία αλληλεπίδρασης με τα Θεία, φερόμενα ως διαφορετικές αλλά και αλληλένδετες εκφάνσεις μιας οικουμενικής και διαχρονικής ανάγκης για πνευματικότητα. Δεν αλληλοακυρώνονται· απεναντίας, συνυπάρχουν, εμπλουτίζοντας το χάρτη των παραδόσεων του ποιητή και των αναγνωστών του. Ομοίως, ο Διονύσιος Σολωμός, η μάνα, η γιαγιά, η Εκάβη, ο Απόλλων, και, φυσικά, η Κασσάνδρα συνυπάρχουν στο σύμπαν του ποιητή, ως σημεία συντεμνόμενης συνέχισης του χρόνου που τροφοδοτούν ένα εμπνευσμένο παρόν. Όλα αυτά τα φαινομενικά ετερόκλιτα στοιχεία παράγουν και πηγάζουν από την ίδια παράδοση, συνθέτοντας τη μνήμη και την ταυτότητα του ποιητή. Χάρη σε αυτή τη μνήμη, που συνενώνει τις σφαίρες του ατομικού και του συλλογικού, προσφέρεται μια ζωτική αίσθηση του ανήκειν στον ποιητή, που, παρά την κασσάνδρεια περιθωριοποίησή του, λαμβάνει μια ουσιώδη επικύρωση για το όραμα και την τέχνη του.
Εδώ, καταληκτικά, ανακαλύπτεται μια εκσυγχρονισμένη σημασία για τη λογοτεχνία. Ως δεύτερη Κασσάνδρα, η σύγχρονη λογοτεχνική παραγωγή ίσταται μεν περιθωριακά, αλλά και μεταιχμιακά, ως ενοποιητική δύναμη μεταξύ του ατόμου και της ιστορίας, του πολιτισμού, της πνευματικότητας, και του συνανθρώπου του. Επαναφέροντας τη μνήμη — συλλογική ή ατομική — στην επιφάνεια, η λογοτεχνία επαγρυπνά τον αναγνώστη προς την αυτογνωσία, τη συνειδητότητα, και την αυτοπραγμάτωση, προβάλλοντάς τα ως επιδιωκτέα ιδανικά παρά το βαρύ τους τίμημα.
Η σημασία αυτή της λογοτεχνίας αντανακλάται άριστα στη συλλογή Κασσάνδρα ΙΙ, ένα αμιγώς σύγχρονο έργο που εκπονήθηκε με επιτυχία ακριβώς χάρη στη συνειδητοποιημένη του εκτίμηση απέναντι στη μνήμη. Μέσα από την Κασσάνδρα ΙΙ, ο Σταύρος Ξ. Πέτρου δεν φοβάται να ξύσει πληγές αλλά και να ελπίσει, εκθέτοντας τον εαυτό του με πλήρη αυτεπίγνωση αλλά και με υπερηφάνεια. Σε έναν κόσμο όπου τα πάντα αναλώνονται χωρίς να εκτιμώνται, η στροφή σε ουσιωδέστερες επιδιώξεις και η ενεργή καλλιέργεια της μνήμης, μπορούν να διασώσουν την ατομικότητα από τη διάλυση εντός του απαξιωτικού συνόλου — μια ατομικότητα που θριαμβεύει μέσα από την Κασσάνδρα ΙΙ του Σταύρου Ξ. Πέτρου.
Απόσπασμα από το: Αγνή Αγάθη Παπαμιχαήλ, Κασσάνδρα II του Σταύρου Ξ. Πέτρου: Μεταξύ Μνήμης και Ατομικότητας, ΑΝΕΥ Περιοδικό Λόγου, Τέχνης και Προβληματισμού, τ. 98, Λευκωσία, Άνοιξη 2026, σσ. 64-70.
*Ιστορικός, Διευθύντρια Μουσείου Αρχιεπισκόπου Κυπριανού