
«Φως στο Τούνελ»: Θρίλερ με την εξαφάνιση της Γιου Τινγκ από την Αρτέμιδα – Οι τελευταίες φωτογραφίες, το λεωφορείο 305 και τα ερωτήματα της οικογένειας
Η εξαφάνιση της 50χρονης Γιου Τινγκ από την Κίνα παραμένει ανεξιχνίαστη, ενώ οι τελευταίες φωτογραφίες που έστειλε από στάση λεωφορείου και μέσα σε όχημα της γραμμής 305 αποτελούν πλέον βασικά στοιχεία στην έρευνα για τον εντοπισμό της.
Η 50χρονη μεταφράστρια, η οποία ζούσε στην Ελλάδα για περισσότερες από δύο δεκαετίες, χάθηκε το πρωί της 20ής Μαΐου, αφού παρέλαβε έγγραφα από το δημαρχείο Σπάτων και τα έστειλε στον σύζυγό της. Από εκείνη τη στιγμή, κανείς από την οικογένειά της δεν την έχει δει ξανά.
Σύμφωνα με όσα μετέδωσε η εκπομπή «Φως στο Τούνελ», η εκπομπή εντόπισε τον οδηγό του λεωφορείου που φέρεται να τη μετέφερε στο τελευταίο γνωστό σημείο της επιβεβαιωμένης διαδρομής της.
Οι τελευταίες φωτογραφίες πριν από την εξαφάνιση
Η πεθερά της Γιου Τινγκ περιέγραψε την τελευταία επικοινωνία που είχε μαζί της, λίγο πριν χαθούν τα ίχνη της. «Προφανώς ήταν μέσα στο λεωφορείο με τα λευκά ρούχα που φορούσε όταν έφυγε από το σπίτι. Δεν μιλήσαμε. Μου έστειλε αυτή τη φωτογραφία και άλλες δύο. Συνήθιζε κάπου-κάπου να μου στέλνει φωτογραφίες».
Σε μία από τις φωτογραφίες, η Γιου Τινγκ φαίνεται να περιμένει στη στάση το λεωφορείο. Σε άλλη φωτογραφία, διακρίνεται ήδη μέσα στο όχημα, λίγα λεπτά πριν χαθεί κάθε ίχνος της. «Μου έστειλε αυτές τις φωτογραφίες χωρίς να γράψει κάτι».
Η πεθερά της ανέφερε ότι η 50χρονη δεν είχε συχνή καθημερινή επικοινωνία με την οικογένεια, επειδή ήταν συνήθως απασχολημένη. «Δεν ήταν πολύ δεκτική στο να έχουμε καθημερινή επικοινωνία, γιατί ήταν απασχολημένη συνήθως. Εγώ την έπαιρνα τηλέφωνο. Δεν μπορούσα να φανταστώ με τίποτα ότι κάτι μπορεί να συμβαίνει. Ακόμα δεν μπορώ να το συνειδητοποιήσω».
Όπως είπε, η πρώτη σκέψη της ήταν ότι η αγνοούμενη μπορεί να είχε εμπλακεί σε ατύχημα ή ότι μπορεί να της συνέβη κάτι κατά τη διάρκεια των επαγγελματικών της μετακινήσεων. «Το πρώτο που σκέφτηκα ήταν μήπως τη χτύπησε κάποιος ασυνείδητος οδηγός ή μήπως συνέβη κάτι κακό όταν πήγε για εισπράξεις στο κέντρο της Αθήνας, στα σπίτια των Κινέζων. Της έλεγα συνέχεια να προσέχει, γιατί εκεί μένουν κυρίως αλλοδαποί από το Πακιστάν. Δεν ήταν όμως άνθρωπος αφελής, που θα εμπιστευόταν εύκολα κάποιον».
Η ίδια τόνισε ότι η ανησυχία της έχει πλέον μετατραπεί σε φόβο. «Εύχομαι να λυθεί αυτό το μυστήριο, γιατί είναι πολύ περίεργο για μένα και δεν μπορώ να το διαχειριστώ. Φοβάμαι ότι μπορεί να της έχει συμβεί κάτι κακό. Η λογική εκεί με παραπέμπει. Δεν μπορεί να μη μας τηλεφωνούσε τόσες μέρες».
Η μαρτυρία του οδηγού του λεωφορείου 305
Ο οδηγός που εκτελούσε εκείνη την ημέρα το δρομολόγιο της γραμμής 305 ανέφερε στην εκπομπή ότι θυμάται τη Γιου Τινγκ και τη διαδρομή της. «Η κυρία αυτή έμπαινε αρκετές φορές στο 305. Ήταν ένα άτομο πολύ σοβαρό. Συνήθως την έβλεπα να επιβιβάζεται στη στάση Υπαπαντής. Εκείνη την ημέρα όμως περίμενε στη στάση Δημάρχου Μπέκα, απέναντι από το δημαρχείο, και μπήκε στο λεωφορείο».
Ο ίδιος ανέφερε ότι η 50χρονη κατέβηκε στο Νομισματοκοπείο, το οποίο θεωρείται το τελευταίο γνωστό σημείο της επιβεβαιωμένης πορείας της. «Απ’ ό,τι θυμάμαι, κατέβηκε στο Νομισματοκοπείο. Έμπαινε από τη μεσαία πόρτα και καθόταν συνήθως στις μπροστινές θέσεις. Την είδα να κατεβαίνει στο τέρμα. Πολύ σεμνή κυρία, σοβαρή».
Η αγωνία της οικογένειας και η δήλωση εξαφάνισης
Ο κουνιάδος της αγνοούμενης μίλησε επίσης στο «Τούνελ» και περιέγραψε τις πρώτες ημέρες μετά την εξαφάνιση, όταν η οικογένεια προσπαθούσε να καταλάβει τι είχε συμβεί. «Εμείς να βρεθεί θέλουμε. Αυτό μας καίει. Να βρεθεί, γιατί είναι άνθρωπος της οικογένειας. Την αγαπάμε…».
Ο ίδιος ανέλαβε να δηλώσει επίσημα την εξαφάνισή της, καθώς ο σύζυγός της βρισκόταν σε επαγγελματικό ταξίδι στην Κίνα. «Εγώ έκανα τη δήλωση της εξαφάνισης, γιατί ο αδελφός μου απουσίαζε στην Κίνα. Είναι τεράστια η χώρα και βρισκόταν σε ένα λιμάνι στο πουθενά. Ήρθε το συντομότερο δυνατόν. Η δουλειά του είναι τέτοια, που πηγαίνει όπου υπάρχει ανάγκη να επισκευαστεί κάποιο πλοίο. Είναι αρχιμηχανικός σε μία εταιρεία με καράβια».
Όπως ανέφερε, η ανησυχία της οικογένειας αυξήθηκε όταν ο ίδιος μπήκε στο σπίτι της Γιου Τινγκ και του αδελφού του και διαπίστωσε ότι όλα έμοιαζαν να έχουν μείνει όπως τα είχε αφήσει η 50χρονη. «Στις 10 Ιουνίου μπήκα στο σπίτι, αφού μου είπε ο αδελφός μου πώς να μπω μέσα. Αμέσως μετά πήγα κατευθείαν στο Αστυνομικό Τμήμα Σπάτων».
Ο κουνιάδος της καταγγέλλει ότι η αρχική αντιμετώπιση που συνάντησε στο Αστυνομικό Τμήμα Σπάτων δεν ανταποκρίθηκε στην αγωνία της οικογένειας. «Μας είπαν ότι δεν έχει χαρακτηριστικά εξαφάνισης. Τους λέω: “Με κοροϊδεύετε;”. Μας απαντούσαν να ψαχτούμε μόνοι μας με τις τράπεζες. Αυτές τις απαντήσεις παίρναμε. Τους λέγαμε για τα στίγματα που είχαμε εντοπίσει και δεν έδιναν σημασία».
Ο ίδιος ανέφερε ότι μία φράση αξιωματικού υπηρεσίας τον σημάδεψε. «Μία αξιωματικός υπηρεσίας μάς είπε ότι κανείς δεν μας απαγορεύει να ψάξουμε μόνοι μας».
Σύμφωνα με τον ίδιο, η αντιμετώπιση άλλαξε όταν απευθύνθηκε σε άλλο αστυνομικό τμήμα. «Όταν πήγαμε στο Σύνταγμα και τους είπαμε τι είχε συμβεί στα Σπάτα, τους σηκώθηκε η τρίχα. Προς τιμήν τους, μόλις άκουσαν τι είχε γίνει, ξεκίνησαν αμέσως τις διαδικασίες. Έστειλαν περιπολικό στο σπίτι και τους έδειξα τα πάντα».
Τα αναπάντητα ερωτήματα
Ένα από τα βασικά ερωτήματα αφορά τις επαγγελματικές μετακινήσεις της αγνοούμενης στο κέντρο της Αθήνας. Η Γιου Τινγκ διαχειριζόταν ακίνητα και εισέπραττε ενοίκια, ωστόσο η οικογένειά της δεν μπορεί να χαρτογραφήσει με βεβαιότητα τις κινήσεις της.
«Ξέρω ότι πήγαινε σε περιοχές στο κέντρο της Αθήνας, αλλά δεν έχουμε τρόπο να διαπιστώσουμε πού ακριβώς. Δεν ελέγχαμε ποτέ τις μετακινήσεις της. Τι να ξέρουμε κι εμείς αν βρισκόταν στη Βικτώρια, στα Κάτω Πατήσια ή στην Ομόνοια;».
Ο κουνιάδος της θυμήθηκε μια παλαιότερη συζήτηση που είχε μαζί της για τις μετακινήσεις της με λεωφορείο. «Της είχα πει κάποια στιγμή: “Καλά, δεν φτάνει που πηγαίνεις εκεί, πηγαίνεις και με λεωφορείο;”. Και μου απάντησε ότι με το λεωφορείο την πρόσεχαν λιγότερο. Είχε μια λογική αυτό, γιατί πολλές φορές μετέφερε χρήματα».
Η οικογένεια εκφράζει φόβους ότι κάτι μπορεί να συνέβη στη Γιου Τινγκ κατά τη διάρκεια των μετακινήσεών της στο κέντρο της Αθήνας. «Φοβάμαι πως ό,τι έχει συμβεί, συνέβη εκεί στο κέντρο. Γίνονται πάρα πολλά. Δεν μπορώ να φανταστώ κάτι άλλο. Δεν ήταν μια γυναίκα που είχε εχθρούς. Τα παιδιά μου κλαίνε… Ήταν η αγαπημένη τους θεία. Δεν ξέρω πια τι να σκεφτώ».
Η υπόθεση παραμένει ανοιχτή, ενώ η οικογένεια της 50χρονης ζητά απαντήσεις για τις τελευταίες κινήσεις της και για τις συνθήκες κάτω από τις οποίες χάθηκαν τα ίχνη της.