
Carlos Acosta: Πως ο χορευτής που θεωρείται διάδοχος του Nureyev άφησε το ποδόσφαιρο για το μπαλέτο.
Οι ειδικοί συγκρίνουν τον Carlos Acosta με τον Rudolf Nureyev και τον Mikhail Baryshnikov, μυθικά ονόματα του κλασικού χορού. Εκείνος, ταπεινός και εγκρατής, δεν ξεχνά ποτέ την Αβάνα, εξιστορεί την απόφαση του πατέρα του να τον στείλει σε σχολή μπαλέτου για να τον γλιτώσει από τους καβγάδες στους δρόμους της πρωτεύουσας της Κούβας και εκφράζει το θαυμασμό του για τον ελληνικό πολιτισμό.
Δεν είναι η πρώτη φορά που επισκέπτεσαι την Αθήνα. Ποιο είναι το πρώτο πράγμα που σκέφτεσαι ακαριαία με το που ακούς τη λέξη «Ελλάδα»;
Η πρώτη μου σκέψη είναι η επιρροή που έχει ασκήσει η Ελλάδα σε ολόκληρο τον πλανήτη. Εννοώ πως έχει δώσει στην υφήλιο τα θεμέλια πάνω στα οποία άλλα έθνη έχτισαν αυτό που ονομάζουμε σήμερα «πολιτισμένος κόσμος». Από τη γλώσσα και τα υπέροχα κλασικά έργα στη φιλοσοφία, την ιατρική, τα μαθηματικά, την αρχιτεκτονική. Από το θέατρο μέχρι τους Ολυμπιακούς Αγώνες, που παραμένουν κομμάτια της κοινωνίας μας σήμερα.
Έπρεπε να φύγεις από τη χώρα σου για να κάνεις διεθνή καριέρα. Πώς κατάφερες να αντιπαρέλθεις τη νοσταλγία για την Κούβα και την οικογένειά σου και να παραμείνεις προσηλωμένος στο στόχο σου;
Στη διάρκεια της καριέρας μου προσπαθούσα πάντοτε για συνεχή βελτίωση και θεωρώ πως αυτή η προσήλωση να καταφέρω το καλύτερο που μπορώ με βοήθησε να πολεμήσω τη νοσταλγία στη διάρκεια των χρόνων. Στα 13 μου, όταν το μόνο που ήθελα ήταν να γίνω ποδοσφαιριστής, με έστειλαν σε μια σχολή μπαλέτου μακριά από το σπίτι μου. Ένιωσα απόλυτα απομονωμένος. Λαχταρούσα την οικογένειά μου, τους φίλους μου και το σπίτι μου. Επομένως, η νοσταλγία για την οικογένειά μου ξεκίνησε νωρίς στη ζωή μου και έπειτα ήρθε η νοσταλγία για την Κούβα, όταν ξεκίνησα να ταξιδεύω.Τώρα, βέβαια, έχω τη δική μου οικογένεια και μοιράζουμε το χρόνο μας μεταξύ των σπιτιών μας στην Αγγλία και την Κούβα. Πιστεύω πως αν δεν πας πουθενά, δεν προκαλείς τον εαυτό σου. Είσαι πολύ άνετος όταν βρίσκεσαι στον τόπο σου κι αυτό είναι πολύ επικίνδυνο. Η αλλαγή δεν είναι μόνο καλή είναι και αναπόφευκτη.
Κάποιοι από τους κορυφαίους χορευτές του κόσμου είναι Κουβανοί. Γιατί συμβαίνει αυτό;
Το μπαλέτο ως φόρμα τέχνης είναι ευρύτερα κατανοητό στην κουβανική κοινωνία λόγω της κυβερνητικής υποστήριξης για μαθήματα χορού και πρόσβαση σε πολιτιστικές εκδηλώσεις ανοιχτές σε όλους.Οι νέοι χορευτές μας έχουν μια άγρια φιλοδοξία και σαν αποτέλεσμα υπάρχει μια διάθεση να δουλέψουν ιδιαίτερα σκληρά για να επιτύχουν σπουδαία πράγματα.
Ο πατέρας σου ήταν επαγγελματίας οδηγός. Ζούσες μια άγρια νεότητα στα 9 σου και ο πατέρας σου αποφάσισε να σε πάρει από τους δρόμους. Αυτό είναι το ακριβώς αντίθετο από το στερεοτυπικό που υπάρχει στο μυαλό μας για τους χορευτές. Τι πιστεύεις εσύ;
Όταν ο πατέρας μου αποφάσισε πως έπρεπε να ξεκινήσω το μπαλέτο, ήμουν αλήθεια σε κίνδυνο να πάρω λάθος μονοπάτι στη ζωή μου. Όταν μου το ανακοίνωσε, σοκαρίστηκα απόλυτα! Ανέβηκα στην ταράτσα του σπιτιού και έκλαιγα, ανήσυχος για το τι θα πίστευαν οι άλλοι για μένα. Παρ’ όλα αυτά, με τον καιρό εκτίμησα πως η απόφαση του πατέρα μου ήταν η σωστή και οι προκλήσεις που είχα εξαιτίας της πειθαρχίας που απαιτεί το μπαλέτο αποδείχτηκαν πως ήταν το σημείο καμπής της ζωής μου και η γέννηση της χορευτικής μου καριέρας.
Τι σκεφτόταν ο 16χρονος Carlos λίγο πριν από το πρώτο του διεθνές βραβείο στο διάσημο Prix de Lausanne; Είχες σκεφτεί πως θα πας τόσο μακριά;
Ήμουν αναπόφευκτα νευρικός, αλλά είχα τους καλύτερους εκπαιδευτές στην Αβάνα, που είχαν εμπιστοσύνη στις ικανότητές μου. Είχα προετοιμαστεί κατάλληλα και επομένως ένιωθα χαρούμενος, όποιο και αν ήταν το αποτέλεσμα. Έδωσα τον καλύτερο εαυτό μου.
Πώς αντιδράς όταν ο κόσμος και οι δημοσιογράφοι σε βάζουν στην ίδια κατηγορία με τους Rudolf Nureyev και Mikhail Baryshnikov;
Η φήμη του κάθε καλλιτέχνη γιγαντώνεται ή καταρρίπτεται από την άποψη των άλλων και όταν αναγνωρίζεται πρόκειται πραγματικά για μεγάλη διάκριση. Είναι επομένως συγκινητική η σύγκριση με θρυλικούς χορευτές όπως ο Nureyev και ο Baryshnikov.
Υπήρξε κάποια καθοριστική στιγμή στην καριέρα σου;
Ήταν αναμφισβήτητα η επιτυχία μου στο Prix de Lausanne, το 1990, καθώς μου εξασφάλισε υποτροφία στο Βασιλικό Μπαλέτο του Λονδίνου. Αυτή η διοργάνωση, επίσης, με έκανε γνωστό στον κόσμο του μπαλέτου και δημιούργησε νέες ευκαιρίες, από τις οποίες επωφελήθηκα.
Πιστεύεις ότι τα παιδιά σου θα ακολουθήσουν τα δικά σου βήματα στο μπαλέτο;
Πάνω απ’ όλα ελπίζω τα παιδιά μου να μεγαλώσουν χαρούμενα και υγιή. Το τι θα αποφασίσουν να κάνουν στην καριέρα τους είναι δική τους επιλογή. Η σύζυγός μου, Charlotte, και εγώ θα είμαστε πάντα εκεί για να τους ενθαρρύνουμε και να τους υποστηρίξουμε στην προσπάθειά τους.
Πού νιώθεις περισσότερο σπίτι σου, στο Λονδίνο ή στην Αβάνα;
Η Charlotte είναι Αγγλίδα και έχουμε ένα σπίτι στο Λονδίνο. Μου αρέσει πάρα πολύ η Αγγλία και είχα την τύχη να δουλέψω εκεί. Αισθάνομαι σπίτι μου και τις δύο χώρες, αλλά η καρδιά μου θα είναι πάντα με τις ρίζες μου στην Κούβα.
Διαβάστε όλη τη συνέντευξη στο People, που κυκλοφορεί μαζί με το Έθνος της Κυριακής.