
Audrey Hepburn: Το κρυφό παρελθόν της
Ήταν μία από τις λαμπερές και αγαπημένες κινηματογραφικές σταρ. Ωστόσο, ο γιος της Audrey Hepburn, Luca Dotti, 49, θυμάται πως «όταν η μητέρα μου μας μιλούσε για τη ζωή της, δεν αναφερόταν ποτέ στο Χόλιγουντ ή στις ταινίες της. Μιλούσε για τον πόλεμο, για το καλό και το κακό. Το ήξερα από τα μάτια της, από τα τρεμάμενα χέρια της πως υπήρχαν κι άλλα πράγματα στην ιστορία αυτή». Η πρωταγωνίστρια του Breakfast at Tiffany’s, που πέθανε το 1993, σε ηλικία 63 ετών, από καρκίνο στην κοιλιακή χώρα, υπέφερε από τα ψυχικά τραύματα που της άφησαν όλα όσα βίωσε στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Σπάνια, όμως, μιλούσε για αυτές τις λεπτομέρειες – εν μέρει, επειδή ο Βρετανός πατέρας της, που εγκατέλειψε την οικογένεια όταν εκείνη ήταν 6, ήταν πράκτορας των Γερμανών και η Ολλανδή βαρόνη μητέρα της, Ella van Heemstra, ήταν αρχικά υποστηρίκτρια των ναζί.
Πλέον, μια νέα βιογραφία, το Dutch Girl, μιλάει για τη δυσάρεστη ιστορία της ηθοποιού, που μετά βίας επιβίωσε κατά τη διάρκεια της γερμανικής Κατοχής στην Ολλανδία και που ρίσκαρε τη ζωή της βοηθώντας την ολλανδική Αντίσταση. Ο συγγραφέας Robert Matzen, που απέκτησε πρόσβαση σε μυστικά αρχεία της αστυνομίας και διαβαθμισμένα έγγραφα, ενώ έκανε συνεντεύξεις με Ολλανδούς επιζώντες που γνώριζαν τη Hepburn, αποκαλύπτει πως η Ella, όπως και ένας αριθμός αριστοκρατών της δεκαετίας του ’30, ένιωθαν για τον σοβινισμό του Hitler και όσα υποστήριζε περί οικονομικής άνθησης. Επίσης, επισημαίνει τη φρίκη της ζωής εν καιρώ πολέμου. «Υπήρχαν στιγμές που διαβάζοντας το βιβλίο έκλαιγα» λέει ο Dotti, ο οποίος προλογίζει την έκδοση. «Σκεφτόμουν πόσο γενναία ήταν η μητέρα μου και πόσο εύκολα θα μπορούσε να είχε πεθάνει. Μπορείς να νιώσεις τις πληγές της, όπως και τη δύναμή της».

Η Audrey ήταν μόλις 10 ετών, εσώκλειστη σε σχολείο στην Αγγλία, όταν οι Γερμανοί εισέβαλαν στην Πολωνία, τον Σεπτέμβριο του 1939.Μερικές ημέρες αργότερα, η Μεγάλη Βρετανία κήρυξε τον πόλεμο στη Γερμανία. Οι γονείς της Audrey συμφώνησαν πως το καλύτερο για την ασφάλεια της κόρης τους ήταν να επιστρέψει στην Ολλανδία. Η μητέρα της, Ella, είχε γνωρίσει τον Hitler το 1935 («Η πιο γοητευτική προσωπικότητα» είχε γράψει για εκείνον). Υποστήριζε πως δεν θα έστελνε ποτέ οπλισμένους άντρες σε ένα τόσο ειρηνικό και ουδέτερο μέρος.
Η Audrey, ένα ντροπαλό, παχουλό κορίτσι, ένιωθε μοναξιά στο Λονδίνο και ήταν χαρούμενη που επέστρεψε στην οικογένεια της μητέρας της – είχαν ολλανδική καταγωγή αλλά δεν ήταν πλέον «ευκατάστατοι», έλεγε αργότερα η Audrey. Εκείνη και οι μεγάλοι της αδελφοί, Alex και Ian, ζούσαν με τη μητέρα τους σε ένα διαμέρισμα της μικρής πόλης του Άρνεμ. Περίπου έξι μήνες μετά την επιστροφή της, το πρωινό της 10ης Μαΐου 1940, η μητέρα της Audrey όρμησε στο δωμάτιό της. «Ξύπνα» είπε η Ella. «Γίνεται πόλεμος». Ο στρατός του Hitler είχε περάσει τα σύνορα. «Είδαμε τις γκρίζες στολές» θα θυμόταν αργότερα η Audrey. «Όλοι κουβαλούσαν πυροβόλα». Ήθελαν να σκορπίσουν τον τρόμο στον ολλανδικό πληθυσμό. Τα εμβλήματα των ναζί άρχισαν να εμφανίζονται σε πόστερ, όπως και οι κόκκινες σημαίες με τη σβάστικα. Πέντε εβδομάδες από την έναρξη της Κατοχής, ξεκίνησε η διανομή τροφίμων.

H Audrey, που είχε αποφασίσει πως ήθελε να γίνει μπαλαρίνα, βρήκε παρηγοριά στον χορό.
Η μητέρα της την παρακολουθούσε με ενθουσιασμό καθώς μεγάλωνε. Η Ella είδε πως ο καλύτερος τρόπος για να συνεχίσει τη ζωή της ήταν να διατηρεί εγκάρδιες σχέσεις με τους Γερμανούς αξιωματούχους. Για ένα διάστημα έβγαινε και με έναν βαθμοφόρο ναζί.
Η συμπάθεια της Ella προς τους ναζί δεν ήταν αποδεκτή από την οικογένειά της. Ο γιος της Alex κρυβόταν για να αποφύγει τη στρατολόγηση από τον γερμανικό στρατό, ενώ ο εισαγγελέας ετεροθαλής αδελφός της, Otto, που ζούσε με την αδελφή της, Meisje, και τον βαρόνο πατέρα της σε νοικιασμένα δωμάτια στο κάστρο Zijpendaal του Άρνεμ, αρνήθηκε να εκτελέσει τις διαταγές των Γερμανών.
Παρά τον πόλεμο και τις πολιτικές διαφορές, το 1941 ήταν, για τα δεδομένα, μια χρυσή εποχή για την οικογένεια. Το κάστρο ήταν η απόλυτη διαφυγή και ο Ian με την Audrey μεγάλωναν στοργικά κοντά στον θείο και τη θεία τους. Αλλά οι Γερμανοί έσφιγγαν τη θηλιά. Στις 4 Μαΐου του 1942, καθώς ο βαρόνος και η Meisje, μετακόμιζαν από το Zijpendaal στη βίλα Beukenhof, στο κοντινό χωριό Βελπ, ακούστηκε ένα χτύπημα στην πόρτα και αφορούσε τον αγαπημένο θείο Otto. Του δόθηκαν είκοσι λεπτά να φτιάξει τη βαλίτσα του και να ακολουθήσει τους Γερμανούς στρατιώτες. Ήταν η αρχή ενός εφιάλτη που θα σημάδευε την Audrey για το υπόλοιπο της ζωής της. O Otto ήταν ένας από τους 400 Ολλανδούς που είχαν συλληφθεί.

Οι άντρες θα κρατούνταν όμηροι και θα εκτελούνταν για παραδειγματισμό και προειδοποίηση αν η ολλανδική Αντίσταση συνέχιζε τις βίαιες επιθέσεις της. Ύστερα από τρεις μήνες σε ένα στρατόπεδο συγκέντρωσης, ο Otto οδηγήθηκε σε ένα δάσος με τέσσερις ακόμη άντρες και εκεί εκτελέστηκε.
Η οικογένεια δεν μπορούσε να ξεπεράσει αυτή την αποτρόπαιη πράξη. Η Ella μετακόμισε στη βίλα του βαρόνου με τα παιδιά της, για να είναι πιο κοντά στην αδελφή της, Meisje. Ο πληθυσμός εναντιωνόταν σε οτιδήποτε είχε να κάνει με το Ράιχ. Κάθε πολίτης, κάθε βαρόνη που είχε θεαθεί με Γερμανούς αντιμετωπιζόταν με καχυποψία. Η Ella ήθελε να κάνει μια νέα αρχή, ενώ αντιμετώπιζε την απογοήτευση για τους ναζί πριν ακόμη και από τη δολοφονία του Otto. Με τους δρόμους του Άρνεμ να έχουν πλημμυρίσει από εβραϊκό αίμα από τα χτυπήματα των ναζί συμμοριτών, η πραγματικότητα ήταν σκληρή.
Κατά τη διάρκεια του κρύου χειμώνα του 1942, με τις βόμβες να πέφτουν διαρκώς, το μπαλέτο εξακολουθούσε να είναι το αποκούμπι της Audrey. Ο χορός τη βοηθούσε να ξεχνάει τον χαμό του θείου Otto και την άδεια κοιλιά της. Δεν υπήρξε ποτέ υποστηρίκτρια των ναζί. Στα 12 της, το μόνο που γνώριζε για τους Γερμανούς ήταν πως προκαλούσαν πείνα και πένθος. Σκότωναν ανθρώπους χωρίς λόγο. Όσο ζούσε, η Audrey δεν έκανε καμία προσπάθεια να κατανοήσει τα πολιτικά πιστεύω της μητέρας της. Ήταν ένα μυστικό που φύλασσε για όλη της τη ζωή.

Καθώς ο πόλεμος μαινόταν, τόσο η Ella όσο και η Audrey άρχισαν να δουλεύουν για την Αντίσταση. Η Audrey έδινε ρεσιτάλ χορού για να συγκεντρώνει χρήματα για τον αγώνα. Αυτού του είδους οι παράνομες δραστηριότητες ήταν γνωστές ως «μαύρες βραδιές», επειδή τα παράθυρα βάφονταν μαύρα για να μη γνωρίζουν οι Γερμανοί τι συμβαίνει στο εσωτερικό του κτιρίου. «Υπήρχαν φρουροί απέξω που ειδοποιούσαν αν οι Γερμανοί πλησίαζαν» έλεγε η Audrey. Η Αντίσταση της ζήτησε επίσης να πηγαίνει φαγητό και μηνύματα στους Βρετανούς πιλότους που είχαν καταρριφθεί.
Το κατεξοχήν προσόν της ήταν ότι μιλούσε τέλεια αγγλικά. Μια φορά, αφού παρέδωσε το μήνυμα –«Πήγαινε σε εκείνο το μέρος, πες αυτές τις λέξεις και οι άνθρωποι θα σε βοηθήσουν»–, είδε να την πλησιάζουν ναζί. Η Audrey άρχισε να μαζεύει αγριολούλουδα. Όταν ήρθε πρόσωπο με πρόσωπο με τους Γερμανούς, τους έδειξε το μπουκέτο που είχε φτιάξει. Αφού έλεγξαν την ταυτότητά της, της επέτρεψαν να φύγει. Βλέποντας εκατοντάδες λαού να οδηγούνται σε στρατόπεδα συγκέντρωσης, της δημιουργήθηκε η ανάγκη να παίξει τον ρόλο της. «Πήγα στον σταθμό… και είδα φορτηγά φορτωμένα με Εβραίους» είχε πει περιγράφοντας τις σκηνές ως «το χειρότερο είδος τρόμου». Έπειτα από μια αιματηρή μάχη στο Άρνεμ, η Audrey είδε χιλιάδες απελπισμένους πρόσφυγες να περνούν. «Ήταν η ανθρώπινη δυστυχία στο αποκορύφωμά της – κάποιοι κουβαλούσαν τους νεκρούς τους, παιδιά γεννιούνταν στους δρόμους, εκατοντάδες κατέρρεαν από την πείνα». Ο βαρόνος πήρε κρυφά στο σπίτι τριάντα επτά πρόσφυγες, συμπεριλαμβανομένου ενός Βρετανού αλεξιπτωτιστή, στο Beukenhof. Αν τον έπιαναν, θα συνελάμβαναν ολόκληρη την οικογένεια.
Τον Οκτώβριο του 1944, οι Συμμαχικές Δυνάμεις βομβάρδιζαν ανηλεώς την κατεχόμενη Ολλανδία. Η οικογένεια της Hepburn βρήκε καταφύγιο στο μικρό κελάρι της κουζίνας. Δεν μπορούσαν να κάνουν τίποτε άλλο από το να καλύπτουν τα κεφάλια τους και να προσεύχονται. «Δεν είχαμε φως, ούτε θέρμανση, ούτε νερό» λέει η Audrey. «Τρώγαμε οτιδήποτε μπορούσαμε να βρούμε».

Ο χειμώνας του 1944-45 είναι γνωστός ως «Ο χειμώνας της πείνας». H Audrey αργότερα τον περιέγραψε ως «ό,τι πιο κοντινό στην ασιτία».
«Περνούσαν μέχρι και τρεις ημέρες χωρίς να έχω φάει κάτι» θυμόταν. Το πρόσωπό της είχε αδυνατίσει, τα μάτια της είχαν αμβλυνθεί. Οι καρποί, τα γόνατα και οι αγκώνες της ήταν πρησμένα. Δεν μπορούσε να καθίσει με άνεση, αφού οι γλουτοί της είχαν εξαφανιστεί και δεν μπορούσε να ζεσταθεί όσες κουβέρτες κι αν σκεπαζόταν. Η οικογένεια ζούσε πλέον αποκλειστικά στο κελάρι. Πήγαιναν επάνω τρέχοντας μόνο για να χρησιμοποιήσουν την τουαλέτα ή κατά τη διάρκεια κάποιου σφοδρού βομβαρδισμού, για να καταφύγουν σε έναν κάδο.
Το πρωινό της 16ης Απριλίου 1945 ήταν παραδόξως ήσυχο. Η Audrey, η Ella, η θεία Meisje και ο βαρόνος ανέβηκαν τη σκάλα από το κελάρι στην κουζίνα πατώντας στα ακροδάχτυλά τους. Για πρώτη φορά έπειτα από πέντε χρόνια οι άντρες με τα όπλα δεν ήταν Γερμανοί, αλλά Καναδοί. «Εισέπνευσα τη μυρωδιά του πετρελαίου σαν να ήταν κάποιο πανάκριβο άρωμα» έλεγε η Audrey. «Ω Θεέ μου, δεν μπορούσα να το πιστέψω».
Μετά τον πόλεμο, η Audrey μετακόμισε στο Λονδίνο για να κυνηγήσει μια καριέρα στην υποκριτική (ήταν ήδη 1,70, ψηλή για μπαλέτο). Η μητέρα της τη συνόδευε, αφού μετά την έρευνα για τις δραστηριότητές της υπέρ των ναζί ήταν «πολιτικά αναξιόπιστη», αλλά δεν είχε διαπράξει εγκλήματα. Η μητέρα και η κόρη δεν μιλούσαν ποτέ για αυτήν την ντροπή και η Audrey άρχισε να γίνεται γνωστή με τη μητέρα της στο πλευρό της. «Ο πόλεμος με έκανε ανθεκτική και να νιώθω ευγνώμων για οτιδήποτε καλό μού ερχόταν» έλεγε η Audrey. Την έκανε επίσης υπερβολικά ευαίσθητη στον πόνο των άλλων. Στο τέλος, ενδιαφερόταν περισσότερο να απαλύνει τον πόνο των συνανθρώπων της από το να συντηρεί τη φήμη της.
Η Audrey πέρασε τα τελευταία τέσσερα χρόνια της ζωής της ταξιδεύοντας, ως πρέσβειρα της UNICEF, με στόχο να θέσει έναν πλανήτη εκδικητικών ενηλίκων μακριά από πολέμους, αφού οι εχθροπραξίες κάνουν τα παιδιά αδύναμα θύματα. Το γνώριζε πολύ καλά αυτό.
Όλα τα νέα, πλούσιο ρεπορτάζ, καθημερινές στιγμές διασήμων και ξεχωριστές στιγμές καθημερινών ανθρώπων στο People, που κυκλοφορεί αυτή την Κυριακή, μαζί με το Έθνος.