Για τη Χριστίνα Φλαμπούρη η ορειβασία αποτέλεσε την πρόκληση να ξεπεράσει τον φόβο της για το ύψος. Αφορμή στάθηκε μια πρόσκληση ενός ξαδέλφου της πριν από πέντε χρόνια. Έκτοτε δοκιμάζει συνεχώς τα όριά της, βάζοντας τον πήχη όλο και πιο ψηλά. Το τελευταίο στοίχημα είναι και το πιο γιγάντιο, αφού μαζί με τη Βανέσα Αρχοντίδου θα προσπαθήσουν να δαμάσουν την πιο υψηλή κορυφή του κόσμου, το Έβερεστ. Η Βανέσα δεν είχε κάποιον ανάλογο φόβο, αλλά την ανάγκη να ξεφεύγει το μυαλό και το κορμί της από τις απαιτήσεις της δουλειάς. Όταν επέστρεψε σπίτι της από την πρώτη της εμπειρία στην ορειβασία, συνειδητοποίησε πως δεν σκέφτηκε ούτε για μια στιγμή κάποιες από τις ανοιχτές υποθέσεις που την περίμεναν τη Δευτέρα στη δουλειά. Αυτό ήταν! Είχε τη λύση. Όταν οι δύο τους συναντήθηκαν για πρώτη φορά, έδεσαν γρήγορα και έγιναν ομάδα.

Πώς νιώθετε όταν είστε στο βουνό και κάνετε το άθλημα που αγαπάτε;

Χρ.: Νιώθουμε ελεύθερες! Δεν είναι απλά ένα χόμπι. Κάθε φορά που φτάνουμε σε μια κορυφή, όσο ψηλή ή χαμηλή κι αν είναι, μπαίνουμε σε μια διαδικασία σκέψης, στοχοθέτησης, που όταν έχει θετική έκβαση μας δίνει ένα απίστευτο αίσθημα πληρότητας, ενώ όταν έχει αρνητική –δεν είναι ποτέ δεδομένο ότι θα καταφέρεις να ανέβεις ένα βουνό– μας δίνει μαθήματα ζωής.

Έχετε κατακτήσει πολλές κορυφές. Ποια είναι η ωραιότερη στιγμή που έχετε ζήσει;

Β.: Όταν πατήσαμε στην κορυφή του Ντενάλι-Μακίνλεϊ, στην Αλάσκα, την υψηλότερη κορυφή της Βόρειας Αμερικής. Ήταν 4 Ιουλίου, η μέρα ήταν ηλιόλουστη. Είχαμε επιχειρήσει και την προηγουμένη να το λεγόμενο summit push –την προσπάθεια ανάβασης στην κορυφή από την τελευταία κατασκήνωση–, αλλά μια έντονη κακοκαιρία μάς είχε καθηλώσει. Αυτό μας είχε αγχώσει σε βαθμό που αμφιβάλλαμε αν θα είχαμε το κατάλληλο «παράθυρο» καιρού, που θα μας επέτρεπε να φτάσουμε την πολυπόθητη κορυφή. Σε όλη τη διάρκεια της αποστολής είχαμε περάσει τόσες αγωνίες και τόση κούραση, που όταν φτάσαμε κοντά στην κορυφή και αρχίσαμε να καταλαβαίνουμε ότι το όνειρο γινόταν πραγματικότητα, νομίζαμε ότι ζούσαμε σε παραμύθι. Λίγα μέτρα πριν από την κορυφή πιαστήκαμε χέρι χέρι και κάναμε μαζί τα τελευταία βήματα: Ήμασταν οι δύο πρώτες Ελληνίδες που ανέβηκαν το Ντενάλι. Ήταν μια συμβολική κίνηση ομαδικότητας και αλληλεγγύης, αλλά και κάτι πιο προσωπικό, η επισφράγιση της φιλίας μας.

Έχετε κάποια τελετουργική συνήθεια που ακολουθείτε πριν από κάθε ανάβαση;

Β.: Όχι κάτι συγκεκριμένο. Συνήθως τραγουδάμε πολύ και κάθε ανάβαση έχει ένα τραγούδι που τη χαρακτηρίζει. Για κάποιον λόγο, που προκύπτει από κάποιο συμβάν, υπάρχει ένα τραγούδι –ελληνικό συνήθως– που τραγουδάμε πιο πολύ απ’ όλα. Αυτό είναι το τραγούδι της αποστολής και το γούρι μας.

Ως έμπειρες πλέον ορειβάτισσες, τι θα αλλάζατε ή θα προσφέρατε στο συγκεκριμένο άθλημα;

Χρ.: Θα θέλαμε να υπάρχει περισσότερη αλληλεγγύη και στήριξη. Ιδανικά κάθε χρόνο θα ήταν καλό να οργανώνεται μια εθνική αποστολή με την αρωγή και την πρωτοβουλία κρατικών φορέων, στην οποία να συμμετέχουν ορειβάτες και ορειβάτισσες από όλη την Ελλάδα. Αυτό θα δημιουργούσε εμπειρία και γνώση στην ελληνική ορειβατική κοινότητα, αλλά και ευκαιρίες να βγουν Έλληνες στο εξωτερικό και να διακριθούν. Επίσης, θα θέλαμε να δούμε περισσότερες γυναίκες στα βουνά. Οι γυναίκες έχουν μεγάλη αντοχή, και η ορειβασία είναι κατεξοχήν άθλημα αντοχής, όχι μόνο σωματικής αλλά και ψυχολογικής.

Ποιες είναι οι μεγαλύτερες δυσκολίες που έχετε αντιμετωπίσει;

Β.: Για την υλοποίηση του πρότζεκτ μας η σημαντικότερη δυσκολία είναι η εξεύρεση οικονομικών πόρων, προκειμένου να χρηματοδοτήσουμε τις αποστολές μας. Δεν είναι εύκολο να βρεις ανθρώπους και εταιρείες με όραμα, που να πιστεύουν σε μια προσπάθεια η οποία ξεφεύγει από τις συνήθεις δραστηριότητες.

Πώς εμπνευστήκατε το «A Woman Can Be»; Τι επιδιώκετε μέσω αυτής της δράσης;

Χρ.: Ήταν μια φράση που προέκυψε αυθόρμητα. Συνήθως, όταν προσπαθούσαμε να μιλήσουμε για το όνειρό μας, οι περισσότεροι ρωτούσαν «Μα, καλά, και δουλειά και αθλητισμό και οικογένεια;». Κι εμείς απαντούσαμε «Μια γυναίκα έχει από τη φύση της πολλούς ρόλους, μπορεί να κάνει τα πάντα… A woman can be». Στόχος μας είναι να δημιουργήσουμε έναν φορέα που να αγκαλιάζει πρωτοβουλίες που εμπνέουν τους ανθρώπους να ακολουθήσουν τα προσωπικά τους όνειρα, να αγαπήσουν τη φύση και τη διά βίου άθληση –ανεξάρτητα από το επάγγελμα ή την ηλικία τους–, να δουλεύουν με αλληλεγγύη για την πραγματοποίηση σκοπών και ιδεών και να συσπειρώνονται όχι μόνο για την αντιμετώπιση αναγκών αλλά και την υλοποίηση σπουδαίων επιτευγμάτων.

Πώς έχει επιδράσει η ορειβασία στην προσωπική σας ζωή και στον τρόπο που ενεργείτε ή σκέφτεστε;

Β.: Βλέπουμε τα άγχη της καθημερινότητας από μια άλλη οπτική. Όταν ταξιδεύεις και γνωρίζεις τον κόσμο, όταν αντιμετωπίζεις τα στοιχεία της φύσης και βλέπεις το μεγαλείο της, τότε προβλήματα που παλιά φαίνονταν ανυπέρβλητα αποκτούν άλλη διάσταση. Ναι, αγχωνόμαστε για καθημερινές δυσκολίες, αλλά πλέον δεν μας καθηλώνουν, τις ξεπερνάμε πιο εύκολα και πιο γρήγορα.

Η κορυφή είναι πάντα ο στόχος;

Β.: Είναι ο στόχος, αλλά δεν είναι αυτοσκοπός.

Τακούνια ή αθλητικά;

Χρ.: Και τα δύο. Η εναλλαγή τους είναι αυτή που σε κάνει να εκτιμάς το καθένα για την άνεση ή για το στιλ και τον αέρα που σου δίνει.

Β.: Είναι οι δύο πλευρές του ίδιου νομίσματος… Δεν είναι θέμα προτίμησης, αλλά περίστασης.

Διαβάστε ολόκληρη τη συνέντευξη στο People που κυκλοφορεί μαζί με το Έθνος της Κυριακής.