Ο Παναγιώτης Αρωνιάδης γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Αθήνα παρόλα αυτά η επαγγελματική του τύχη του έδειξε το δρόμο του βορρά. Ο διευθυντής των NewMedia  της ΠΑΕ ΠΑΟΚ παραχώρησε συνέντευξη στο People και μίλησε στον Γιώργο Πράτανο για την αγάπη του για τον αθλητισμό, την ανάγκη να γράφει και τον ΠΑΟΚ.

Εσύ, ως παιδί που μεγάλωσε στην Αθήνα και λογικά υποστήριζε μια άλλη ομάδα, είχες αντικρουόμενα συναισθήματα δουλεύοντας για τον ΠΑΟΚ;

Όχι, ποτέ. Σίγουρα, δεν είναι εύκολο να αποδεχτείς κάποιον που έρχεται απέξω. Ήταν λογικό στην αρχή ο κόσμος να είναι επιφυλακτικός. Προσωπικά, όμως, έχω μάθει να παλεύω με όλες τις δυνάμεις μου για το καλύτερο αποτέλεσμα. Πέρα από τον επαγγελματισμό, όμως, όταν τις περισσότερες ώρες της μέρας βρίσκομαι δίπλα στην ομάδα, νιώθω τους ποδοσφαιριστές σαν μικρά μου αδέλφια. Όταν νοιάζεσαι για κάποιον και τον νιώθεις οικογένεια,  δεν μπορείς να το ζεις ουδέτερα. Δεν πρόκειται να ξεχάσω ποτέ όσα συνέβησαν στο παιχνίδι με τον Ολυμπιακό στην Τούμπα πέρσι, έναν αγώνα που δεν διεξήχθη ποτέ. Και αναφέρομαι στην ανθρώπινη διάσταση, όχι στην αγωνιστική. Ισχυρές προσωπικότητες με μεγάλη καριέρα, όπως ο Vieirinha ή ο Matos, ήταν εκτός εαυτού. Η εικόνα τους με είχε σοκάρει. Δεν γίνεται να μην ταυτιστείς ή να μην επηρεαστείς από κάτι τέτοιο. Είχα καθίσει σε μια γωνία και μου ερχόταν να βάλω κι εγώ τα κλάματα από την ένταση και τη στενοχώρια. Έβλεπες τον πόνο κάποιου που του στερούν αυτό για το οποίο έχει αφιερώσει σχεδόν δύο χρόνια καθημερινής προσπάθειας.

Γιατί έγινες δημοσιογράφος;

Ήταν το μοναδικό πράγμα που ήθελα να κάνω στη ζωή μου. Είχα δει πως είχαν ανοίξει σχολές Αθλητικής Δημοσιογραφίας και ήδη από τα 14 μου ήξερα ποιο θα είναι το μέλλον μου.

Συνδύαζε την αγάπη σου για τον αθλητισμό με το γράψιμο;

Σιχαινόμουν το γράψιμο. Ο μεγαλύτερος εφιάλτης μου στο Λύκειο ήταν η έκθεση. Τώρα δεν μπορώ να φανταστώ τη ζωή μου χωρίς να γράφω. Είναι τρόπος έκφρασης, ωρίμασα γράφοντας, έμαθα να «διαβάζω» τους ανθρώπους μέσα απ’ αυτό. Όταν κάποια στιγμή είχα μείνει άνεργος, έγραφα αμισθί σε ένα site που δεν ήταν αθλητικό. Είχε να κάνει με την ανάγκη μου να εκφράζομαι, την ψυχοθεραπεία μου. Έκανα συνεντεύξεις με ανθρώπους σημαντικούς, όπως ο Γιάννης Μπεχράκης (σ.σ. κορυφαίος φωτογράφος της χώρας, βραβευμένος με Πούλιτζερ), ο Steve Vranakis(επιτελικό στέλεχος της Google στην Ευρώπη). Μου αρέσει να γνωρίζω ανθρώπους, να μαθαίνω.

Αν δεν γινόσουν δημοσιογράφος, με τι θα είχες ασχοληθεί;

Δεν ξέρω. Αυτό που κάνω τώρα, βέβαια, δεν είναι τόσο δημοσιογραφία, είναι πιο κοντά στο μάρκετινγκ. Πρέπει όμως να έχεις τη βάση, αλλά και την αισθητική για να το καταφέρεις. Ένα διάστημα που είχα μείνει χωρίς δουλειά, δεν σκεφτόμουν «Είμαι δημοσιογράφος, πρέπει να κάνω μόνο αυτό». Θα ήμουν εντάξει με τον εαυτό μου να κάνω το οτιδήποτε –στα μέτρα της ηθικής μου– για να ζήσω. Είχα πάει να ζητήσω δουλειά και για ντελίβερι. Αλλά δεν με πήραν. (γέλια)

Γιατί;

Δεν ξέρω. Μου ζήτησαν βιογραφικό και μάλλον δεν πληρούσα τις προδιαγραφές. Καταλαβαίνεις πόσο τυχερός νιώθω τώρα. Είμαι δημιουργικός, ψάχνω και υλοποιώ νέες ιδέες, δεν ησυχάζω ποτέ. Δεν υπάρχει ρουτίνα.

Την αισθητική πώς την αποκτάς;

Δεν την αποκτάς. Ή την έχεις ή δεν την έχεις. Πρέπει πάντως να την καλλιεργήσεις ωριμάζοντας. Να έχεις όλες τις αισθήσεις σου ενεργές, να λαμβάνεις τα μηνύματα, να τα επεξεργάζεσαι και να τα αποκωδικοποιείς.

Ο ΠΑΟΚ θα πάρει Πρωτάθλημα;

Ναι, θεωρώ πως ήρθε η στιγμή έπειτα από 34 χρόνια.

Πώς πιστεύεις ότι θα είναι η πόλη;

Το σκέφτομαι πολλές φορές, αλλά δεν μπορώ να το φανταστώ. Περιμένω ανυπόμονα να το ζήσω.

Λένε πως όταν κερδίζει ο ΠΑΟΚ είναι άλλη πόλη η Θεσσαλονίκη…

Είναι σαν να ξεκινάς τη μέρα σου και έξω να έχει ήλιο. Βλέπεις στα πρόσωπα των ανθρώπων χαρά, ακόμη και στη στάση του σώματός τους. Και το αντίθετο όταν χάνει βέβαια. Ίσως και πολύ περισσότερο, γιατί η πίκρα έχει πάντοτε μεγαλύτερη ένταση από τη χαρά.

Διαβάστε ολόκληρη τη συνέντευξη στο People που κυκλοφορεί μαζί με το Έθνος της Κυριακής.