Στην Ελλάδα η καρδιά μας χτυπά, κυρίως, σε ρυθμούς καλοκαιρινούς. Το ίδιο και τα πιάτα που αγαπάμε, γεμάτα ήλιο, αλμύρα και αρώματα θερμά, εμπλουτισμένα συνήθως με το χρώμα της ώριμης, ζουμερής ντομάτας. Μοιρασμένα με ανθρώπους ξεχωριστούς.

Μια φέτα καρπούζι με την καρδιά της ολόκληρη, κομμένη μόλις, παγωμένη, με το κρακ της φλούδας ακόμη στ’ αυτιά, τους χυμούς να στάζουν, τα κουκούτσια να γυαλίζουν και τα αρώματα, άγουρα και γλυκά μαζί να γεμίζουν τη μύτη. Σε ένα τραπέζι με λουλουδάτο μουσαμά, με τα απομεινάρια ενός ακόμη οικογενειακού γεύματος πάνω του, ποτήρια ιδρωμένα από το παγωμένο νερό, σώματα απλωμένα στις καρέκλες, στη σκιά της μουριάς, της κληματαριάς, της χαρουπιάς από πάνω και τα τζιτζίκια σε ένα μονότονο συνεχές με αυξομοιώσεις έντασης τραγούδι σαν να ανοιγοκλείνει διαρκώς μια πόρτα. Με έναν ήλιο ανήλεο να σε κυνηγάει ανάμεσα στις φυλλωσιές, για να σε στείλει όσο νωρίτερα γίνεται στα σκιερά δωμάτια του σπιτιού με τις σήτες, τις κουρτίνες που θροΐζουν, τους ανεμιστήρες με το καλοδεχούμενο φουρφούρισμα, τα χλιαρά σεντόνια, την ενατένιση στο ταβάνι, την προσμονή της δύσης και της ευπρόσδεκτης έστω και μικρής δροσιάς.

Διαβάστε τη συνέχεια στο Olivemagazine.gr