Συναντηθήκαμε στο θέατρο Βεάκη. Από το πρώτο λεπτό με συνεπήρε ο χαρακτήρας της, ενώ με την ωραία χροιά και άρθρωση που διαθέτει άρχισε να μου ξετυλίγει τη συναρπαστική της ζωή, περιγράφοντας το πρώτο ερέθισμα που την ώθησε να ασχοληθεί με την υποκριτική.

«Ήταν τον Ιούνιο του 1978. Ήμουν 3,5 ετών, τότε που έγινε ο σεισμός στη Θεσσαλονίκη. Ήταν πολύ τρομακτικό και έτσι για ένα μήνα κατεβήκαμε στην Αθήνα, στην αδελφή της μητέρας μου. Εκείνο το καλοκαίρι είχαν ανέβει τα θρυλικά Μπαλέτα Μπεζάρ. Οι γονείς μου, επειδή λάτρευαν την τέχνη, έβγαλαν εισιτήρια και είδαμε αυτή την παράσταση. Όταν τελείωσε, θυμάμαι πως δεν ήθελα να σηκωθώ. Δεν ήξερα ακόμα τι ήταν αυτό που έβλεπα, ωστόσο ένιωθα πως είχε ανοίξει ένα άλλο σύμπαν».

Έχοντας από μικρή σκοπό να ταχθεί στο δικό της πάθος, η επιτυχία ήταν προγραμματισμένη να έρθει με μαθηματική ακρίβεια. Αποφοίτησε από τη Δραματική Σχολή του Κρατικού Θεάτρου Βορείου Ελλάδος και στη συνέχεια παρακολούθησε μαθήματα φωνητικής, κλασικού τραγουδιού, καθώς και μαθήματα κλασικού και μοντέρνου χορού. Ως Στέλλα στην κινηματογραφική ταινία Αυτή η Νύχτα Μένει, θα κερδίσει το βραβείο Α’ Γυναικείου Ρόλου στα Κρατικά Βραβεία Ποιότητας του Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης το 1999.

Ποιος ήταν άραγε ο απόηχος της πρώτης επιτυχίας; «Είχα την τύχη να κατέβω στην Αθήνα για το ρόλο της Στέλλας στο Αυτή η Νύχτα Μένει. Ήρθα να κάνω κάτι πολύ συγκεκριμένο. Ήταν πολύ τρομακτική η επιτυχία που γνώρισε η ταινία. Τόση, που έκανε σχεδόν δύο χρόνια να χτυπήσει το τηλέφωνο. Ίσως, κάνοντας το “μπαμ” ένας νέος ηθοποιός δημιουργεί αμφιβολίες. “Είναι όντως ικανός ή απλά έτυχε;”. Ήταν επιφυλακτικοί μαζί μου».

Διαβάστε όλη τη συνέντευξη στο People, που κυκλοφορεί αυτή την Κυριακή, μαζί με το Πρώτο Θέμα.