Από τον Μαρίνο Βυθούλκα,

Το ραντεβού μου με τον Λευτέρη Πανταζή έχει προγραμματιστεί για τις επτά το απόγευμα στο σπίτι του στη Βουλιαγμένη. Με υποδέχεται στο καθιστικό. Πάνω από το τζάκι υπάρχει ένα μεγάλος πίνακας με εκείνον και τη μοναχοκόρη του, Κόνι Μεταξά. Οι βιβλιοθήκες είναι γεμάτες από βιβλία και δίσκους. Κατά τη διάρκεια της κουβέντας μας είναι τόσο περιγραφικός, που οι εικόνες της ζωής του διαδέχονται η μια την άλλη. «Γεννήθηκα στην Τασκένδη. Η μητέρα μου, Όλγα, πέθανε όταν ήμουν ενός έτους. Τη θυμάμαι μόνο από φωτογραφίες. Ο πατέρας μου, Κωνσταντίνος, ξαναπαντρεύτηκε και έτσι εμένα και την αδελφή μου μας μεγάλωσε η γυναίκα του, η Αθηνά, που έγινε δύο φορές μητέρα μας, ενώ στην πορεία αποκτήσαμε κι άλλα δυο αδέλφια» εξηγεί στο People. Το 1966 η οικογένεια Πανταζή αποφασίζει να επιστρέψει στην Ελλάδα, «την πατρίδα», όπως χαρακτηριστικά μου λέει, και κάπου εδώ ξεκινάει μια περιπετειώδης ζωή για τον 11χρονο Λευτέρη.

lefteris pantazis people 194 (11)

«Ήμουν ένας ιδιαίτερος λούστρος»

Το πρώτο σπίτι της οικογένειας είναι στην οδό Λαρίσης 24 στον Κορυδαλλό. «Ουσιαστικά ήταν μια παράγκα με μικρή αυλή, μια κουζίνα και ένα δωμάτιο που κοιμόμασταν όλοι μαζί στρωματσάδα. Καμιά φορά, όταν έβρεχε, βάζαμε και τρεις τέσσερις κουβάδες, γιατί έσταζε νερό από το ταβάνι» περιγράφει. Έντεκα ετών ξεκινάει να εργάζεται σε ένα ξυλουργείο στη γειτονιά που κατασκευάζει ντιβανοκασέλες, προκειμένου να συνεισφέρει στα έσοδα της οικογένειας. «Το πρωί δούλευα εκεί και το απόγευμα πήγαινα στο σχολείο, ενώ υπήρχαν πολλά βράδια που έπαιρνα το κασελάκι μου και γυάλιζα παπούτσια στον Πειραιά. Αυτή εξάλλου ήταν και η πρώτη εικόνα που αντίκρισα όταν ήρθα από τη Ρωσία στο λιμάνι του Πειραιά. Το καράβι που μας έφερε στην πατρίδα λεγόταν “Latvia”. Μόλις έδεσε, είδα πέντε λούστρους. Εκείνη τη στιγμή ρώτησα τον πατέρα μου “τι ακριβώς κάνουν αυτά τα παιδιά;”. Δεν φανταζόμουν πως ύστερα από έξι μήνες θα ήμουν ο έκτος. Βέβαια, ήμουν ένας ιδιαίτερος λούστρος, διότι τραγουδούσα κιόλας. Θυμάμαι πως με φώναζαν “το Ρωσάκι που τραγουδάει”. Τα λουστράκια της Νίκαιας μαζευόμασταν στο γήπεδο της περιοχής για να μετρήσουμε τις εισπράξεις και, σε πληροφορώ, ήμουν ο πρώτος στο μεροκάματο. Οι περισσότεροι έβγαζαν τριάντα δραχμές, ενώ εγώ εξήντα». Ως λούστρος θα γνωρίσει και τον επιχειρηματία Σπύρο Παπαθεοχάρη, όπου έχει το ξενοδοχείο Διογένης στον Πειραιά και στο υπόγειό του διατηρεί ένα μπουζουξίδικο, όπου τραγουδάει ο Γιάννης Ντουνιάς. «Ένα απόγευμα, όπως του καθάριζα τα παπούτσια, του είπα: “Μπαρμπα-Σπύρο, μια μέρα θα γίνω φίρμα και θα τραγουδάω στο Διογένη. Άμα δεν σ’ το γεμίζω, δεν θα με πληρώνεις. Δεν με πήρε στα σοβαρά”» διηγείται.

Ακόμα και σήμερα όποιος βρεθεί στο γραφείο του, στον τρίτο όροφο της βίλας όπου ζει, μπαίνοντας μέσα αντικρίζει πάνω από σαράντα δίσκους που είναι κρεμασμένοι στους τοίχους. Άλλοι χρυσοί, άλλοι πλατινένιοι, οι επιτυχίες μιας ζωής. Ωστόσο, σε μια περίοπτη θέση της βιβλιοθήκης διακρίνεται ένα κασελάκι. «Είναι το κασελάκι που έβαφα τα παπούτσια. Το κοιτάω πάντα, για να μην ξεχνάω από πού ξεκίνησα».

Διαβάστε όλη τη συνέντευξη στο People, που κυκλοφορεί αυτό το Σάββατο, μαζί με το Πρώτο Θέμα.