Από τον Αλέξανδρο Ρωμανό Λιζάρδο,

Ο πρωτοπόρος Γιώργος Λάνθιμος είναι ένας άνθρωπος-μυστήριο, ιδιαίτερα για όσους επιδιώκουν να καταλάβουν με λογική ποιος είναι, τι κάνει και πώς έχει καταφέρει να μαγέψει την παγκόσμια κινηματογραφική κοινότητα. Είναι ένας χαμηλών τόνων άνθρωπος, που αποφεύγει να μιλάει ή να δίνει απαντήσεις στα ερωτήματα που θέτει. Αγαπάει όμως με ανιδιοτέλεια τα υποθετικά ερωτήματα (γνωστά στην κινηματογραφική γλώσσα ως «what-if(s)»), τα οποία υπηρετούν τα σενάρια των ταινιών του. Με τη σύνθετη σκέψη του κάνει όλους τους συνεργάτες και, φυσικά, το κοινό να προβληματίζονται θεραπευτικά.

Η μακιγιέζ Σίσσυ Πετροπούλου ήταν για δεκατρία χρόνια σταθερή συνεργάτιδά του σε διαφημίσεις, αλλά και κινηματογραφικά, στις ταινίες Κινέττα και Κυνόδοντας. «Ο Γιώργος έψαχνε ταλαντούχους συνεργάτες, που μπορούσαν να αντεπεξέλθουν σε οποιαδήποτε ανάγκη άμεσα, σωστά και αποτελεσματικά. Είναι ένας υπέροχος άνθρωπος και πολύ ταλαντούχος. Είναι καλλιτέχνης. Ξέρει πολύ καλά τι θέλει και αυτό κάνει εύκολη την εργασία όλων των συνεργατών. Είναι μεγάλη μου η χαρά και η τιμή που κάναμε τόσα υπέροχα πρότζεκτ παρέα. Θυμάμαι, στην πρώτη μας συνεργασία είχα μαζί μου το πλεκτό μου, ένα κασκόλ, και όταν ήρθε στο σετ για να γνωριστούμε, ενθουσιάστηκε όταν με είδε να πλέκω». Το πλεκτό μπορεί να μην έλυσε το μυστήριο που κρύβει ο δημιουργός, αλλά αποδείχτηκε ένας δίαυλος ουσιαστικής επικοινωνίας, αφού, όπως συμπληρώνει η Σίσσυ Πετροπούλου, «αμέσως κατάλαβα με την αντίδρασή του ότι είναι ένα πολύ γλυκό πλάσμα με καλές ποιότητες».

Όπως αναφέρει η Σίσσυ Πετροπούλου, ο Λάνθιμος αναζητούσε από τον κάθε συνεργάτη του να φέρει στην επιφάνεια το ταλέντο του. «Ο Γιώργος ήταν ο πρώτος που με άφησε να βάλω γκλος στα μάτια των μοντέλων, κάτι που πλέον είναι το trademark μου». Τέτοιες μικρές κινήσεις όμως ήταν ικανές να αλλάξουν την τότε εικόνα της διαφήμισης, που για χρόνια είχε συγκεκριμένη οπτική και απαιτήσεις.

Ο επί πολλά χρόνια βοηθός του, Κώστας Παπαδάκης, αναφέρει πως «το γεγονός ότι συνεργαζόταν κατά κύριο λόγο με τους ίδιους ανθρώπους ήταν γιατί πίστευε πως είχαν και εκείνοι την ίδια ευαισθησία που ενέπνεε και τον ίδιο απέναντι σε καταστάσεις που του κέντριζαν το ενδιαφέρον για σχολιασμό». Περιγράφει τον Γιώργο ως «άνθρωπο χαμηλών τόνων, ευγενικό, αυστηρό στις επιλογές του. Εμπνέει τους συνεργάτες του με τη στάση του, τόσο σε προσωπικές στιγμές όσο και με τη δουλειά του, κερδίζοντας έτσι τον αλληλοσεβασμό από την πρώτη στιγμή. Προτεραιότητά του είναι να μην προσβάλει την προσωπικότητα κανενός. Έχει ιδιαίτερο χιούμορ και αντιλαμβάνεσαι τις προθέσεις του. Ακόμα και η κριτική που ασκούσε γινόταν με χαμόγελο και αυτοσαρκασμό. Έτσι ήταν από την πρώτη στιγμή που γνωριστήκαμε, πριν από είκοσι χρόνια. Μας θυμάμαι σχεδόν πάντα με τους ίδιους συνεργάτες σαν παρέα, έχοντας ως αφορμή κάποιο πρότζεκτ, να κουβεντιάζουμε για άσχετα πράγματα, για να καταλήξουμε αργότερα στην πραγματοποίηση του στόχου».

Και εγώ, όμως, θυμάμαι τον Γιώργο σε παλιότερες συναντήσεις να μου μιλάει με ενθουσιασμό για ταινίες όπως αυτές του Michael Haneke ή του Ulrich Seidl, να αναλύει το Οι Έρωτες μιας Ξανθιάς του Milos Forman, το Ο Φίλος μου και Εγώ του Bruce Robinson,  το Άνθρωπος Δαγκώνει Σκύλο του Remy Belvaux ή Το Μίσος του Mathieu Kassovitz. Λιγομίλητος στις αναλύσεις του, εστίαζε στην ουσία ή στο παράλογο της ουσίας. Όταν ήσουν κοντά του, αισθανόσουν ότι η φιλία του ή η επικοινωνία μαζί του ήταν ένα προνόμιο. Αγαπούσε τα άπαντα του Luis Buñuel. Όλες οι ταινίες που είχε στο αρχείο με τα DVD του ήταν σε προσεγμένες εκδόσεις και τις είχε δει μία προς μία. Του έκανε εντύπωση που κάποιοι ίσως κρατούσαν μεγαλύτερο αρχείο ταινιών με κομμάτια που δεν τους άρεσαν. Στην ταινιοθήκη του δεν έβλεπες ούτε ως «ένοχη ευχαρίστηση» μια μέτρια ταινία: Ήταν όλες μία και μία. Ο τόσο προσωπικός του κινηματογράφος έχει στοιχεία από τους «δασκάλους» του.

lanthimos oscar people 194 (5)

Η Ειρήνη Σουγανίδου, πρόεδρος και διευθύνουσα σύμβουλος της Feelgood

Ο Κυνόδοντας δάγκωσε υπέροχα

Ο Κυνόδοντας είναι η ταινία που αλλάζει όχι μόνο τη ζωή του Γιώργου και των συνεργατών του, αλλά και την οπτική των ξένων απέναντι στο Νέο Ελληνικό Κινηματογράφο. Άθελά του ήταν αυτός που δημιούργησε ένα εκφραστικό κίνημα στην τέχνη, το Greek Weird Wave. Κανείς δεν μπορούσε να πιστέψει ότι μια ταινία παράξενη και μικρού προϋπολογισμού θα έφευγε από τις Κάννες με ένα σημαντικό βραβείο και θα έφτανε μέχρι και τις Οσκαρικές υποψηφιότητες.

Η Ειρήνη Σουγανίδου, πρόεδρος και διευθύνουσα σύμβουλος της Feelgood, εταιρείας διανομής των ταινιών του Γιώργου Λάνθιμου από τον Κυνόδοντα μέχρι σήμερα, αναφέρει: «Προσωπικά, είχα δει τoν Κυνόδοντα αρκετό διάστημα πριν από την επιλογή του για τις Κάννες και είχα εντυπωσιαστεί από το ξεχωριστό κινηματογραφικό σύμπαν του Γιώργου. Ήταν ξεκάθαρο ότι αυτό το ιδιαίτερο ύφος, η γλώσσα και η κινηματογραφική αφήγηση ήταν πρωτόγνωρα για τον ελληνικό, αλλά και διεθνή –όπως αποδείχτηκε στη συνέχεια– κινηματογράφο. Αυτό, βέβαια, δεν σημαίνει ότι μπορούσαμε ποτέ να προβλέψουμε την τεράστια καλλιτεχνική αναγνώριση και επιτυχία της ταινίας, αλλά ούτε και την εμπορική της δυναμική».

Η Σίσσυ Πετροπούλου θυμάται εκείνες τις μέρες: «Ποτέ δεν ξέρεις τι επιτυχία έχει αυτό που κάνεις, ούτε καν το σκέφτεσαι αυτό. Κάθε φορά δίνουμε την ψυχή μας, καθώς αγαπάμε πάρα πολύ το σινεμά. Και του στέλνουμε την ευχή μας. Πάντα πίστευα πολύ στον Γιώργο, ακόμα και πριν ξεκινήσουμε τη συνεργασία μας. Είναι χαρισματικός. Έχω πολύ έντονη διαίσθηση και είχα αμέσως νιώσει ότι θα σκίσουμε παντού – όταν είχα διαβάσει μονορούφι το σενάριο του Κυνόδοντα, του τηλεφώνησα και του είπα “είμαι μέσα, γουστάρω πολύ. Θα γίνει χαμός!”».

Και ο χαμός τελικά έγινε! Η ταινία ξεχωρίζει στις Κάννες στο τμήμα Ένα Κάποιο Βλέμμα και έφυγε με το μεγάλο βραβείο. Λίγο καιρό αργότερα έφτασε στα Όσκαρ. Η ηθοποιός και σύζυγος του Λάνθιμου, Αριάν Λαμπέντ, μου είχε αναφέρει όταν συναντηθήκαμε πριν από χρόνια στο Τορόντο, στο πλαίσιο της φεστιβαλικής πορείας της ταινίας Άλπεις, ότι την είχε ξαφνιάσει τότε στην τελετή των Όσκαρ που όλα ήταν ψεύτικα. Eίχε περιεργαστεί ένα από τα μεγάλα αγάλματα που βρίσκονται στο κόκκινο χαλί και ήταν κούφιο! Ευτυχώς, όμως, το αποτέλεσμα εκείνης της υποψηφιότητας κάθε άλλο παρά ψεύτικο ήταν για τον Γιώργο, που άρχισε να λαμβάνει προτάσεις από όλο τον κόσμο.

lanthimos oscar people 194 (11)

Η μακιγιέζ Σίσσυ Πετροπούλου

Από την Κινέττα… στις Άλπεις

Ο Γιώργος μπορεί ποτέ να μην εξέφρασε δημόσια τον πραγματικό λόγο που έφυγε από την Ελλάδα, μπορούμε όμως να τον υποπτευτούμε: Ακόμα και μετά την Οσκαρική υποψηφιότητα, η πιθανότητα να κάνει ταινίες με τις προδιαγραφές που ήθελε ήταν σχεδόν αδύνατες.

«Θυμάμαι με τον Κυνόδοντα ξεκινήσαμε με ένα κύκλωμα δύο αιθουσών, το οποίο βασισμένο στη διαφήμιση «από στόμα σε στόμα» διατηρήθηκε για πάρα πολλές εβδομάδες, με τον κόσμο να σχηματίζει ουρές έξω από τους δύο κινηματογράφους. Μετά την υποψηφιότητα για το Όσκαρ, ο Λάνθιμος έγινε γνωστός σε πολύ περισσότερο κόσμο από αυτόν που είχε δει την ταινία του. Αυτό βέβαια δεν σήμαινε ότι άνοιξαν οι πόρτες για τα επόμενα πρότζεκτ του. Οι πηγές χρηματοδότησης στην Ελλάδα ήταν πάντα πολύ συγκεκριμένες και περιορισμένες, ενώ συρρικνώθηκαν ακόμα περισσότερο με την κρίση. Ο Λάνθιμος, όπως και οι περισσότεροι Έλληνες δημιουργοί, παραμένει με δεμένα τα χέρια όσον αφορά στην αναζήτηση πόρων από το εσωτερικό» αναφέρει η Ειρήνη Σουγανίδου.

Μετά τον Κυνόδοντα, ήρθαν οι Άλπεις, μια χαμηλού προϋπολογισμού ταινία με περιορισμένο συνεργείο, ακριβώς γιατί ήταν ανάγκη να γίνει άμεσα. Σκεφτείτε, να επιστρέφεις έχοντας τη σφραγίδα της 5ης ελληνικής ταινίας που στα χρονικά φτάνει στις Οσκαρικές υποψηφιότητες και τα βαρίδια της γραφειοκρατίας της χώρας σου να θέλουν να σε κρατήσουν πιο κάτω από εκεί που αξίζεις.

Ο Γιώργος, όμως, ουδέποτε ασχολήθηκε με το τι θα έλεγαν για εκείνον ή τα έργα του. «Τον ενδιέφερε το πριν και το μετά από κάθε ταινία, καθώς πολύ απλά αυτός είναι ο τρόπος του να ζει. Η ανοδική του πορεία βασίστηκε κυρίως στο γεγονός ότι πολύ συνειδητά επέλεξε να μη συμμετάσχει σε οτιδήποτε θα του στερούσε τη δυνατότητα δημιουργικότητας» σχολιάζει ο Κώστας Παπαδάκης. «Αν θες να πας μπροστά με την καριέρα σου» λέει η Σίσσυ Πετροπούλου «δυστυχώς δεν μπορείς να μείνεις στην Ελλάδα, έτσι λειτουργεί το σύστημα μέχρι τώρα. Είμαι πολύ χαρούμενη που έφυγε, πάντα τον παρακινούσα να φύγει».

,by Daniel Bergeron. Indiewire 2015. No PR/No Release on file.

Το χρονικό ενός Αστακού που φορούσε σμόκιν

Η παραγωγή του Αστακού δεν ήταν μια εύκολη υπόθεση, όσο και αν στους θεατές μοιάζει μια αβίαστη μετάβαση από τις ελληνικές παραγωγές σε μια ξένη. Ο Λάνθιμος μετά τις Άλπεις, της οποίας την παραγωγή ολοκλήρωσε με μεγάλη δυσκολία, πήρε την απόφαση να μετακομίσει στην Αγγλία. Όπως ανέφερε σχετικά στο Variety, «Στην Ελλάδα έκανα τρεις ταινίες. Ήταν σαφές ότι έπρεπε να εξελίξω και να αναπτύξω αυτό που έκανα. Στην Ελλάδα μπορείς να κάνεις ταινίες με ένα συγκεκριμένο τρόπο, αρκετά ελεύθερο. Οι ταινίες γίνονται μεταξύ φίλων, αλλά φτάνεις σε ένα όριο που, όταν θες να κάνεις κάτι διαφορετικό, χρειάζεσαι διαφορετική υποδομή για να σε υποστηρίξει. Το να κάνω την ταινία στην αγγλική γλώσσα ήταν ένα βήμα προς αυτή την αλλαγή». Όσον αφορά στην υπόθεση, όπως αποκάλυψε, «Η ιδέα για τον Αστακό προέκυψε έπειτα από συζήτηση με τον Ευθύμη Φιλίππου, για το πώς γίνεται απαραίτητο στους ανθρώπους να βρίσκονται πάντα σε δεσμό και το αρνητικό στερεότυπο που έχουμε για όσους είναι single. Εμείς, ως κοινωνία, μοιάζει να υποτιμούμε εκείνους που δεν είναι σε σχέση».

Ο Αστακός γοητεύει και αυτή τη φορά την κριτική επιτροπή των Καννών και κερδίζει το βραβείο της κριτικής επιτροπής. Η Rachel Weisz σε κάθε ευκαιρία αναφέρει ότι παρακαλούσε τον Γιώργο να της δώσει ένα ρόλο. Όταν τελικά της έδωσε το ρόλο στον Αστακό, εκείνη σάστισε και αρχικά τον απέρριψε. Της είχε γίνει όμως έμμονη ιδέα η ιστορία. Άρχισε να ονειρεύεται λαγούς (αναφορά στην ηρωίδα της, που πιάνει λαγούς στο δάσος) και λίγο καιρό μετά του έστειλε ένα e-mail ζητώντας του να της δώσει τελικά το ρόλο. «Αυτό που μου αρέσει με τον Αστακό είναι ότι κάνει τον κόσμο να μου κάνει ερωτήσεις που ούτε και εγώ θα σκεφτόμουν. Καταπιάνεται με τα “γιατί κάποιος κάνει κάτι” αλλά και τις ιδεολογίες πίσω από αυτά τα ερωτήματα» αναφέρει.

lanthimos kostas papadakis

Κώστας Παπαδάκης!

O άνθρωπος που ξέρει πολλά… λέει λίγα

«Ο Γιώργος γνωρίζει τα πάντα γύρω από τη δουλειά, δίχως όμως να πέφτει στην παγίδα του αυταρχισμού και της άσκησης εξουσίας απέναντι σε κάποιον συνεργάτη του, αντιθέτως αλληλοεπιδρούσαν οι μεταξύ τους συζητήσεις και το αποτέλεσμα ήταν μοναδικό» σημειώνει ο Κώστας Παπαδάκης.

Ο Colin Farrell, που εντάχθηκε σχεδόν άμεσα στο  πρότζεκτ του Αστακού (και έβαλε 20 κιλά για να φαίνεται πιο μαλθακός, σύμφωνα με το ρόλο του), σε συνέντευξή του στο Φεστιβάλ των Καννών αναφέρθηκε στον Γιώργο Λάνθιμο ως ένα συνεργάτη που, όταν τον εμπιστεύεσαι και δεν τον βάζεις σε θέση να αναλύσει πρόσωπα και καταστάσεις, γίνεται ο καλύτερος καθοδηγητής: «Όταν ρωτούσαμε τον Γιώργο για το back story των ηρώων μας, εκείνος έβαζε τα δάχτυλά του στα αυτιά του για να μη μας ακούει. Όλοι με το δικό μας τρόπο αισθανόμασταν χαμένοι, αλλά χωρίς αυτό να μας προκαλεί πανικό, γιατί καταλαβαίναμε τη μοναδικότητα αυτής της ταινίας, που ήταν πάνω από εμάς».

Όταν ρωτήθηκε ο ίδιος ο Λάνθιμος για το πώς επιλέγει τους ηθοποιούς για κάθε του ταινία, εξήγησε: «Γνωρίζω τις δουλειές τους, αλλά προτιμώ να βλέπω τις συνεντεύξεις τους, οτιδήποτε μπορώ να βρω για εκείνους, πριν τους συναντήσω για πρώτη φορά. Αυτό με βοηθά να αντιληφθώ αν οι ευαισθησίες τους ταιριάζουν με αυτές των χαρακτήρων. Για παράδειγμα, κατάλαβα πως ο Farrell έχει εκπληκτική αίσθηση του χιούμορ όταν τον είδα να μιλάει. Τον είδα να γίνεται αστείος».

Όσο για την πολυετή συνεργασία του με τον Ευθύμη Φιλίππου με τον οποίο είναι συνυποψήφιοι για το Όσκαρ πρωτότυπου σεναρίου, ο Λάνθιμος έχει μιλήσει για το πώς ξεκίνησαν όλα: «Με τον Ευθύμη γνωριζόμασταν από τις διαφημιστικές. Έγραφε κείμενα σε μια διαφημιστική και ήμασταν πολύ καλοί φίλοι. Το πρώτο σενάριο πάνω στο οποίο δουλέψαμε ήταν του Κυνόδοντα. Πήγα σε εκείνον με την ιδέα και τον ρώτησα αν θα ήθελε να γράψει το σενάριο. Δεν είχε γράψει ποτέ ξανά σενάριο, οπότε ξεκινήσαμε μαθαίνοντας πως θα θέλαμε να δουλέψουμε μαζί και το ανακαλύψαμε βήμα βήμα. Μετά τον Κυνόδοντα, συνειδητοποιήσαμε πως μας άρεσε να φτιάχνουμε φιλμ, να εξελισσόμαστε και να το κάνουμε καλύτερα και πιο συχνά».

Διαβάστε όλη τη συνέντευξη στο People, που κυκλοφορεί αυτό το Σάββατο, μαζί με το Πρώτο Θέμα.