
Χρήστος Κυριαζής: Η γυναίκα που ερωτεύτηκε και τον έκανε να φύγει από την Ελλάδα
Από τον Μαρίνο Βυθούλκα,
Η αγάπη του Χρήστου Κυριαζή για τη μουσική μετρά πολλά χρόνια. «Η μουσική δεν είναι απλά η ζωή μου, αλλά η ψυχή μου. Αν δεν είχα τη μουσική, θα ήμουν στο τρελοκομείο και αυτό επειδή το μυαλό μου δουλεύει σε υψηλές στροφές και όλη αυτή η ενέργεια μετατρέπεται σε στίχους και μελωδίες» μου εξηγεί.
«Οι γονείς μου με είχαν σαν πρίγκιπα»
Από μικρό παιδί, στη γειτονιά του στον Πειραιά, είχε πάντα δίπλα στο κρεβάτι του μια κιθάρα. Ο πατέρας του, Γιώργος Κυριαζής, αξιωματικός του Βασιλικού Ναυτικού και μετέπειτα επιπλοποιός, εργαζόταν σκληρά, προκειμένου να μη λείψει τίποτα στην οικογένεια. «Την περίοδο που τον αποστράτευσαν, περάσαμε δύσκολα. Εγώ τότε δεν το καταλάβαινα, γιατί με είχαν σαν πρίγκιπα. Βλέπεις, ήμουν το στερνοπαίδι, το τρίτο και τελευταίο τους παιδί. Ο Ανδρέας ήταν έντεκα χρόνια μεγαλύτερος και ο Κώστας δεκατρία. Επειδή είχα μεγάλη διαφορά ηλικίας με τα αδέλφια μου, δεν μπορούσα να επικοινωνήσω εύκολα μαζί τους και έβρισκα τρόπο έκφρασης μέσα από τη μουσική και την κιθάρα». Παράλληλα αγαπούσε τον αθλητισμό. Από έφηβος παίζει μπάσκετ στην ομάδα του Ολυμπιακού, ενώ στη συνέχεια τον κερδίζουν ο στίβος και το ακόντιο. Στον ελεύθερο χρόνο του συχνάζει στο καφέ Fontana, στο Πασαλιμάνι. Εκεί, ένα απόγευμα με τους φίλους του, αποφασίζουν να φτιάξουν το πρώτο τους συγκρότημα, τις Πρόκες. Είναι μια παρέα εφήβων που ενώνουν τα μουσικά τους όνειρα (Χρήστος Κυριαζής: κιθάρα – φωνή, Χρήστος Περτσινίδης: κιθάρα, Γιάννης Σοφικίτης: μπάσο, Γιώργος Παπαγεωργίου: τύμπανα). «Στην αρχή παίζαμε με κάτι δανεικές κιθάρες, μέχρι που ο πατέρας μου μου πήρε δώρο την πρώτη μου ηλεκτρική κιθάρα. Εκεί τρελάθηκα». Δεν παίζουν διασκευές, αλλά δικά τους τραγούδια με ελληνικό στίχο. Δύο τραγούδια, το «Κι αν η τύχη μου» και το «Διαμορφώσου», προκαλούν αίσθηση όχι μόνο στο κοινό, αλλά και στον παραγωγό Τάσο Φαληρέα, που τους φέρνει σε επαφή με τη δισκογραφική εταιρεία Lyra, απ’ όπου κυκλοφορεί το πρώτο τους single, το 1972.
Ο σεισμός, ο έρωτας και οι σπουδές στο Μιλάνο
Λίγο μετά τη σχολική αποφοίτηση, οι Πρόκες πηγαίνουν στην Πρέβεζα για συναυλίες. Ξαφνικά, ένας μεγάλος σεισμός γίνεται η αφορμή να αδειάσει η πόλη. «Μας είχαν τελειώσει τα λεφτά και παρακάλεσα έναν καπετάνιο να μας περάσει με το καΐκι του απέναντι, στη Λευκάδα. Δεν είχαμε φράγκο και, ως αρχηγός του γκρουπ, έπρεπε να βρω ένα μέρος για να παίξουμε. Στην περιοχή που ήμασταν δεν υπήρχαν μπαράκια, παρά μόνο ένα ζαχαροπλαστείο. Το ίδιο βράδυ παίζαμε ροκιές, με τους παππούδες να τρώνε πάστες στα τραπεζάκια έξω. Για να μη σ’ τα πολυλογώ, την επόμενη μέρα έγινε χαμός. Το έμαθε όλη η νεολαία του νησιού και από μια απρόσμενη εμφάνιση στο ζαχαροπλαστείο, φτάσαμε να παίζουμε επί τρεις μήνες σχεδόν καθημερινά». Μια από αυτές τις νύχτες, γνωρίζει μια Ιταλίδα, την Christina, η οποία του προτείνει να την ακολουθήσει στο Μιλάνο. «Ούτως ή άλλως, ήθελα να πάω στην Ιταλία για σπουδές, οπότε αυτό ήταν ένα επιπλέον κίνητρο για να πάρω την απόφαση». Τελικά σπουδάζει design στο πανεπιστήμιο της Παβίας, 35 χιλιόμετρα έξω από το Μιλάνο. «Oι περισσότεροι καθηγητές μας ήταν πολιτικοί μηχανικοί και αρχιτέκτονες. Μαγεύτηκα. Τα αδέλφια μου ήδη έκαναν εμπόριο επίπλων στην Ελλάδα και, με ένα σκεπτικό πιθανής συνεργασίας μαζί τους, αποφάσισα να ασχοληθώ αποκλειστικά με το σχεδιασμό επίπλου». Στην Ιταλία θα παραμείνει για δυόμισι χρόνια και θα ζήσει παράφορους έρωτες. «Εκεί έγραψα πολλά τραγούδια μου. Αν δεν υπήρχαν τα κορίτσια, δεν θα υπήρχαν τα τραγούδια. Η γυναίκα είναι το μεγαλύτερο έργο τέχνης που έχει κάνει ο Θεός». Η νοσταλγία, όμως, για το Πασαλιμάνι, τους γονείς και τους φίλους του θα τον κάνει να επιστρέψει στην Ελλάδα. Μια απόφαση της στιγμής, όπως ήταν κι εκείνη που τον οδήγησε στο Μιλάνο.
Διαβάστε όλη τη συνέντευξη στο People, που κυκλοφορεί αυτή την Κυριακή, μαζί με το Πρώτο Θέμα.