Από τη Μαρία Παπαϊωάννου,

H πρόεδρος του Ασύλου Ανιάτων, Ιωάννα Ηλιάδη, με αφορμή τα εγκαίνια των νέων λεβητοστασίων του νοσηλευτηρίου, έργο που πραγματοποιήθηκε μέσω δωρεάς της Μη Κερδοσκοπικής Εταιρείας ΣΥΝ-ΕΝΩΣΙΣ, μίλησε στο People για το μεγαλείο ψυχής των ασθενών και μοιράστηκε ιστορίες ανθρώπων που τη συγκλόνισαν.

H 65χρονη Βάσω, τρόφιμος εδώ και 46 χρόνια στο Άσυλο Ανιάτων, βρίσκεται στο προαύλιο την ώρα που βλέπει να περνάει από μπροστά της ο Αθανάσιος Μπούσιος, εκτελεστικός σύμβουλος της ΣΥΝ-ΕΝΩΣΙΣ, και εντελώς αυθόρμητα τον πιάνει από το χέρι. Θέλει να τον ευχαριστήσει προσωπικά. «Υπήρξαν μέρες που σκεπαζόμασταν με τρεις κουβέρτες ο καθένας προκειμένου να ζεσταθούμε. Δεν αντέχαμε το κρύο. Ευχαριστούμε και την Ιωάννα» μου λέει αργότερα, αναφερόμενη στα νέα λεβητοστάσια του νοσηλευτηρίου, το έργο που υλοποιήθηκε χάρη στη δωρεά της Εταιρείας Κοινωνικής Προσφοράς Ελληνικού Εφοπλισμού ΣΥΝ-ΕΝΩΣΙΣ, ενώ στρέφει το βλέμμα της προς την πρόεδρο του ασύλου, Ιωάννα Ηλιάδη.

Η αρχοντική όψη του κτιρίου της οδού Αγίας Ζώνης 39 στην Κυψέλη συναντά την εσωτερική ομορφιά των ανθρώπων που εργάζονται εκεί και το αποτέλεσμα έχει ένα όνομα που ηχεί μελοδραματικά στα αυτιά: Άσυλο Ανιάτων. Παρασκευή πρωί και βρίσκομαι μπροστά από μια ψηλή καγκελόπορτα, χτυπάω το κουδούνι και ξεκινάει ένα ταξίδι στον χρόνο. Στο κέντρο μιας αυλής γεμάτης από δέντρα, ξεχωρίζει το επιβλητικό κτίσμα όπου στεγάζεται αυτό το κοινωφελές μη κερδοσκοπικό φιλανθρωπικό σωματείο. Ημέρα χαράς για τους ασθενείς και τους υπαλλήλους, καθώς γιορτάζουν την υλοποίηση του εκσυγχρονισμού των λεβητοστασίων του νοσηλευτηρίου του ΙΠΧΠ (Ίδρυμα Περιθάλψεως Χρονίως Πασχόντων). Η Ιωάννα Ηλιάδη με υποδέχεται στο γραφείο της και λίγα λεπτά αργότερα αρχίζει η ξενάγηση στους χώρους του ασύλου. Κάποιοι ασθενείς περνούν τον χρόνο τους κάνοντας χειροτεχνίες, ενώ άλλοι απολαμβάνουν μαθήματα γιόγκα. Βαδίζουμε προς το νοσηλευτήριο όπου είναι συγκεντρωμένοι πολλοί ασθενείς, μιλάνε με τους επισκέπτες και περιμένουν ευλαβικά να ξεκινήσει ο αγιασμός. Τα εγκαίνια τελειώνουν με τον Αθανάσιο Μπούσιο να κόβει την κόκκινη κορδέλα στα λεβητοστάσια και τον κόσμο να χειροκροτεί για το νέο έργο, που τους απάλλαξε από μια τόσο μεγάλη αγωνία.

Η συγκίνηση της προέδρου Ιωάννας Ηλιάδη είναι έκδηλη όταν μιλά για την πορεία της στο Άσυλο. Επισκέφτηκε για πρώτη φορά τον χώρο πριν από δεκατρία χρόνια. «Είμαι πολιτικός μηχανικός και είχα αναλάβει μια εξωτερική δουλειά. Εκείνη την περίοδο γνώρισα την τότε πρόεδρο, που ήταν 90 ετών, και τη βοήθησα εθελοντικά σε εργασίες που σχετίζονταν με πολεοδομικές μελέτες. Άρχισα να έρχομαι πιο συχνά και σταδιακά να γνωρίζω τους ασθενείς. Το 2009, με κάλεσαν και έγινα μέλος του διοικητικού συμβουλίου, ενώ στις επόμενες αρχαιρεσίες, το 2012, εκλέχθηκα πρόεδρος. Από τότε είμαι εδώ καθημερινά. Μετά την οικογένειά μου, θεωρώ όλους τους ασθενείς παιδιά μου» εξηγεί. Συνήθως, στο ξεκίνημα μιας όμορφης ιστορίας υπάρχει ένα περιστατικό που σημαδεύει τον πρωταγωνιστή. Αυτό συνέβη και στην περίπτωση της Ιωάννας. «Υπήρξε μια ιστορία που με συγκλόνισε και με έκανε να πάρω την απόφαση να ασχοληθώ ενεργά με το άσυλο. Μια μέρα περιφερόμουν στον ακάλυπτο ψάχνοντας να βρω κάτι σχέδια για τη δουλειά που έκανα τότε ως πολιτικός μηχανικός. Βλέπω, λοιπόν, μπροστά μου τον Γιάννη, 70 ετών τότε, ο οποίος, γνωρίζοντας τη δουλειά μου αλλά και τη σύνδεσή μου με το διοικητικό συμβούλιο, μου λέει: “Κυρία Ηλιάδη, σας παρακαλούμε κάντε κάτι, χάλασε ο θερμοσίφωνας και δεν έχουμε ζεστό νερό”. Ένιωσα σαν να είχε χαλάσει στο σπίτι μου. Με σόκαρε η σκέψη πως δεν μπόρεσε να κάνει μπάνιο το βράδυ. Δεν είναι αυτοεξυπηρετούμενοι, αλλά έχουν μια αξιοπρέπεια. Θυμάμαι ότι έψαχνα τους τεχνικούς να έρθουν να το φτιάξουν και το κυνήγησα να γίνει μέσα σε δυο-τρεις μέρες. Τελικά τα καταφέραμε».

Εκατόν εβδομήντα πρωταγωνιστές ιστοριών που σε κάνουν να αναθεωρείς τη σημασία της έννοιας «πρόβλημα». Ενώ ανεβαίνουν κάθε μέρα τον δικό τους Γολγοθά, παρατηρείς πως οι στιγμές που χάνουν το χαμόγελό τους είναι ελάχιστες. «Πριν από δύο χρόνια ήρθα αντιμέτωπη με την προσωπική ιστορία κάποιου ασθενούς, και ήταν από αυτές που έμειναν χαραγμένες στη μνήμη μου. Είναι συνάδερφος, ηλεκτρολόγος μηχανικός, και έχει σκλήρυνση κατά πλάκας. Είναι παντρεμένος και έχει μια κόρη 12 χρόνων. Η γυναίκα του, προσπαθώντας να συντηρήσει την κόρη τους όταν εκείνος πια δεν μπορούσε να δουλέψει άλλο, ούτε είχε σύνταξη, αναγκάστηκε να ψάξει για ένα μέρος όπου να μπορούν να τον αναλάβουν. Καθαρά για οικονομικούς λόγους. Φανταστείτε έναν άνθρωπο που η γυναίκα του –λόγω των δυσκολιών που αντιμετώπιζε– “υποχρεώθηκε” να τον αφήσει στο ΑΑ, δεν έβλεπε το παιδί του και δίνει με την καρδιά του όλη τη σύνταξη που παίρνει πλέον στην οικογένειά του. Το θέμα είναι ότι δεν έχει την ανεξαρτησία να πιει ούτε έναν καφέ και αυτό είναι τρομερό. Μας έχει συγκλονίσει όλους. Επί ενάμιση χρόνο περίπου του κάναμε ψυχοθεραπεία, γιατί είχε αυτοκτονικές τάσεις. Πριν από τρεις εβδομάδες ήρθε μια φίλη, η Μίκα, ως εθελόντρια και με ρώτησε “τι μπορώ να κάνω;». Της είπα να έρχεται να κάνει παρέα στον συγκεκριμένο ασθενή και να τον βγάζει βόλτα για να τον τονώσει ψυχολογικά. Τον είχα τόση έγνοια».

Οι τρόφιμοι του ασύλου είναι κυρίως άνθρωποι με κινητικά και νευρολογικά προβλήματα. Πολλοί από αυτούς πέρασαν την πόρτα του Ιδρύματος Περιθάλψεως Χρονίως Πασχόντων σε νεαρή ηλικία. «Υπάρχουν ασθενείς που δεν είχαν δει ποτέ τους θάλασσα. Όταν κάναμε το πρώτο διαφημιστικό σποτ, ζητώντας από τον κόσμο να στείλει SMS προκειμένου να συγκεντρωθεί ένα ποσό για να αγοράσουμε ένα βανάκι και να πάμε για μπάνιο τους ασθενείς, συγκινηθήκαμε από τη συμμετοχή. Μαζέψαμε τα λεφτά μέσα σε έναν χρόνο. Έκτοτε πηγαίνουμε στις εγκαταστάσεις του ΠΙΚΠΑ, όπου έχουν ειδικούς γερανούς για ασφαλή πρόσβαση. Την πρώτη τους εμπειρία στη θάλασσα την έχουμε γράψει σε βίντεο. Δεν μπήκαν όλοι μέσα, κάποιοι ήταν επιφυλακτικοί. Άλλοι έβρεξαν μόνο τα πόδια τους. Άρχισαν να μπαίνουν στη θάλασσα στις επόμενες επισκέψεις. Με το βανάκι μεταφέρονται κάθε φορά 4-5 αμαξίδια, οπότε το καλοκαίρι κανονίζουμε ποιοι θα πηγαίνουν κάθε μέρα».

Στη συντροφιά τους καθημερινά βρίσκεται ο Ρεξ, ένα πανέμορφο λαμπραντόρ που απολαμβάνει τα χάδια και την αγάπη του νοσηλευτικού προσωπικού και των ασθενών. «Η προηγούμενη διευθύνουσα έμενε όλα της τα χρόνια σε ένα μικρό δωμάτιο μέσα στο άσυλο. Είχε αφιερώσει σ’ αυτό όλη της τη ζωή. Είχε και έναν σκύλο, τον Ρεξ, που τον πρόσεχαν όλοι εδώ. Όταν ήρθα εγώ, ο Ρεξ ήταν γέρος και μέσα σε έξι μήνες τον χάσαμε. Οι ασθενείς, όμως, είχαν εξοικειωθεί με την παρέα του και ήθελαν πολύ έναν σκύλο. Η Βάσω, λοιπόν, ήταν η πρώτη που μου το ζήτησε. Τους είπα να αποφασίσουν και μου έδειξαν μια φωτογραφία από ένα κουτάβι λαμπραντόρ. Αν πας στον θάλαμο, θα δεις ότι η Βάσω πάνω από το κρεβάτι της έχει ακόμα εκείνη τη φωτογραφία. Πήρα τηλέφωνο τον κτηνίατρο να τον ρωτήσω αν υπάρχει καμιά σκυλίτσα που γεννάει. Τελικά, μέχρι να βρούμε κουτάβι, ο μάγειρας του ασύλου μάς έφερε το δικό του λαμπραντόρ – δεν το έλεγαν Ρεξ, αλλά οι ασθενείς ήθελαν να του δώσουν το ίδιο όνομα. Το πρωί τον βγάζουμε όλοι βόλτα και η Σοφία Παπαϊωάννου, υπάλληλος του ασύλου, τον έχει όλη μέρα μαζί της και τον προσέχει. Όταν φεύγει εκείνη, η Βάσω και η Λόλα πηγαίνουν και ανοίγουν το γραφείο της για να ελέγξουν ότι είναι καλά. Εγώ τους λέω “Αν θέλετε, πάρτε τον και στον θάλαμο”, αλλά οι γιατροί φωνάζουν». (γέλια)

Οι δράσεις για τους περιθαλπόμενους περιλαμβάνουν χειροτεχνίες, θεραπευτική γιόγκα, ενώ διαρκώς οι ιθύνοντες αναζητούν νέες δραστηριότητες. «Είχε κάνει η Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών κάποιες παραστάσεις εδώ και είχαμε βάλει και τους ασθενείς να συμμετέχουν. Μίλησαν για τη ζωή τους. Η Βάσω είναι από ένα χωριό της βόρειας Ελλάδας και βρίσκεται στο άσυλο από τα 19 της. Φιλοσοφώντας την παράσταση της Στέγης είπε “Καλύτερα που ήρθαν έτσι τα πράγματα, γιατί δεν θα είχα δει τίποτα στη ζωή μου. Θα με είχε παντρέψει η μάνα μου με τον φούρναρη και θα έμενα για πάντα στο χωριό μου’’. Αυτό είναι μεγαλείο ψυχής. Από αυτούς τους ανθρώπους παίρνω δύναμη και μπορώ να αντιμετωπίσω τα πάντα. Όλοι μας έχουμε προβλήματα, αλλά όταν έρχεσαι εδώ νιώθεις ποταπή αν ανοίξεις το στόμα σου για να γκρινιάξεις για κάτι άλλο. Δεν τολμάς να σκεφτείς τα προβλήματά σου» εξομολογείται. «Είναι πολλοί που έχουν χάσει όλους τους συγγενείς τους και άλλοι που νιώθουν παρατημένοι. Δεν τους κατηγορώ, γιατί είναι δύσκολο και στενάχωρο να έχεις στην οικογένειά σου ασθενείς με μόνιμες και χρόνιες παθήσεις. Όσο ζει η μάνα έρχεται πάντα στο παιδί της, ακόμα και μπουσουλώντας. Ελάχιστες μάνες έχουμε δει να μην έρχονται. Όταν “φεύγει” η μάνα και μένουν συγγενείς, τις περισσότερες φορές οι ασθενείς είναι παρατημένοι».

Όλα τα νέα, πλούσιο ρεπορτάζ, καθημερινές στιγμές διασήμων και ξεχωριστές στιγμές καθημερινών ανθρώπων στο People, που κυκλοφορεί με το Έθνος της Κυριακής.