
Στάθης Ψάλτης: Γιατί μπάρκαρε στα 13 του σε καράβι κρυφά από τον πατέρα του
Από τον Άρη Βασιλειάδη,
Ο Στάθης Ψάλτης ανέστησε με τις κωμωδίες του τη μουδιασμένη δεκαετία του ’80. Κάθε ρόλος του ήταν μια γιορτή. Όλα τα γεύτηκε γρήγορα. Δούλεψε μικρός. Παντρεύτηκε και απέκτησε κόρη νέος. Έγινε σταρ με το «καλημέρα». Και έφυγε από τη ζωή νωρίς. Χαρίζοντάς μας γέλιο για πάντα.
Μόνο δύο από τα ταξίδια του Στάθη Ψάλτη ήταν τόσο ξαφνικά. Το πρώτο του, όταν σε ηλικία 13 ετών μπάρκαρε σε καράβι κρυφά από τον πατέρα του. Και το τελευταίο, την περασμένη Παρασκευή, όταν οι γιατροί του Αντικαρκινικού Νοσοκομείου «Άγιος Σάββας» ενημέρωσαν, στις 2.25 το μεσημέρι της 21ης Απριλίου, ότι ο Στάθης Ψάλτης, που νοσηλευόταν στο δωμάτιο 613, έφυγε από τη ζωή. Φεύγει ένας κωμικός από τη ζωή; Μάλλον όχι. Ίσως γιατί το γέλιο δεν το αγγίζει ο χρόνος.
Κάθε μέρα στη ζωή του έμοιαζε με τσουνάμι. Δεν τον χωρούσε τίποτα. Γεννήθηκε στο Βέλο Κορινθίας στις 27 Φεβρουαρίου του 1951. Ο πατέρας του καταγόταν από την Κωνσταντινούπολη, από το Φανάρι. Τόσο ο πατέρας όσο και ο παππούς και ο προπάππους του έψελναν. Έτσι δικαιολογείται και το επώνυμο «Ψάλτης». Η μητέρα του ήταν από τη Σέριφο. Η αγάπη του μικρού Στάθη για τον κινηματογράφο ήταν δεδομένη, σε σημείο που κάθε φορά που παιζόταν ταινία στο καφενείο του χωριού ο ιδιοκτήτης του ήξερε εξαρχής ότι ο μικρός θα τον βοηθούσε να τακτοποιήσει τις καρέκλες και μετά θα έβλεπε, φυσικά δωρεάν, τους αγαπημένους του ηθοποιούς. Του μαγεμένου Στάθη δεν του έφτανε αυτό. Όταν επέστρεφε στο σπίτι, αναποδογύριζε το ποδήλατό του, σαν να ήταν κάμερα προβολής, και έκανε «τα δικά του» στον απέναντι τοίχο μιμούμενος τους πρωταγωνιστές της ταινίας που είχε δει λίγο νωρίτερα.
Όταν ήταν 11 χρόνων, η οικογένειά του μετακόμισε στο Αιγάλεω, αλλά μετά από λίγο καιρό οι γονείς του χώρισαν. Στη ζωή του άλλαξαν όλα ξαφνικά, εκτός από τη θέλησή του να γίνει ηθοποιός. Η οικονομική τους κατάσταση, όμως, όλο και χειροτέρευε. Αναγκάστηκε να κάνει διάφορες δουλειές: από οικοδόμος μέχρι πωλητής σε κατάστημα. Του αρκούσε που έβγαζε «τα δικά του λεφτά». Στα 13 του πήρε τη μεγάλη απόφαση. Μπάρκαρε με το 30.000 τόνων εμπορικό πλοίο Ελπίς. Μάλιστα ξεγέλασε τον πατέρα του υφαρπάζοντας την απαραίτητη υπογραφή συγκατάθεσής του σε ένα έντυπο που είχε βάλει κάτω από τον έλεγχο βαθμολογίας του. Έτσι, ταξίδεψε για μια διετία σε όλα τα λιμάνια του κόσμου, Αμερική, Ινδία, Ιαπωνία, στην αρχή ως καμαρότος και μετά στα αμπάρια του Ελπίς, που ακόμα έκαιγε κάρβουνο, δουλεύοντας στους 50οC ως μηχανικός. Δηλαδή τι μηχανικός, η δουλειά του ήταν να λαδώνει τον άξονα της προπέλας σε ένα χαμηλό και στενό ατέλειωτο τούνελ. Όμως, δεν τον ένοιαζε. Παρατηρούσε ασταμάτητα τους ανθρώπους. Έψαχνε το χαρακτήρα τους. Τους ψυχολογούσε. Δοκίμαζε τα όριά τους. Το καράβι ήταν μεγάλο σχολείο. Κάποια στιγμή επέστρεψε στο σπίτι του, αλλά γρήγορα θέλησε να ξαναφύγει. Τελικά τον έπεισε ο πατέρας του να μείνει. Παρακολούθησε νυχτερινό σχολείο και το πρωί δούλευε – όπου έβρισκε. Μέχρι να συναντήσει το πεπρωμένο του.
Πρωταθλητής σελιλόιντ
Συνήθως λένε για τους κωμικούς ότι στη ζωή είναι θλιμμένοι. Εκείνος ήταν η εξαίρεση στον κανόνα. Έβρισκε κάθε στιγμή μια αφορμή για να γευτεί τη ζωή. Ένας συμμαθητής του, ο Κώστας Αθανασόπουλος, ήταν η αιτία να δει την υποκριτική σοβαρά. Δηλαδή με το δικό του τρόπο. Ως μια διέξοδο στη ζωή. Στη δραματική σχολή του Κωνσταντίνου Μιχαηλίδη, όπου σπούδασε, όλοι ήξεραν πως, αν του δoθεί η ευκαιρία, θα εκτοξευτεί. Και πράγματι, επαληθεύτηκαν. Ο κόσμος, όταν τον έβλεπε στη σκηνή, ξεσπούσε σε γέλια ακόμα και όταν δεν είχε ούτε μία ατάκα. Σε κάποιους ηθοποιούς δεν άρεσε που έκλεβε την παράσταση και του έκαναν πόλεμο. Εν τω μεταξύ παντρεύτηκε την ηθοποιό και τραγουδίστρια Κάτια Κυβέλου. Μαζί απέκτησαν την κόρη τους, Μαρία. Τα οικονομικά του όλο και στένευαν. Αρκετές φορές παραδέχτηκε πως για έξι μήνες τάιζε με νερό και ζάχαρη την κόρη του, μιας και δεν είχε χρήματα ούτε για γάλα. Ωστόσο κάποιοι στάθηκαν πλάι του και τον πίστεψαν. Ο Βαγγέλης Λειβαδάς, ο Τόλης Βοσκόπουλος και η Τζέσυ Παπουτσή τον στήριξαν εκείνη την εποχή όπως μπορούσαν. Παράσταση με την παράσταση κέρδιζε όλο και περισσότερο χειροκρότημα. Ειδικά όταν υποδυόταν γριές, σειόταν το θέατρο. Τα εισιτήρια των επιθεωρήσεών του εξαφανίζονταν. Το ίδιο συνέβαινε και με τις ταινίες του.
Η δεκαετία του ’80 ήταν το βασίλειό του. Αληθινός, πληθωρικός και ασταμάτητος, έπαιζε για τη φανέλα σε κάθε σκηνή. Χόρταινε την κωμωδία με δράμα και το αντίστροφο. Δεν δυσκολευόσουν και πολύ να ταυτιστείς με τις απνευστί ερμηνείες του. Τον έβλεπες και μετά ήθελες να βρεις την «Κούλα», για να της πεις πόσο καλό παιδί ήταν. Ή να δείρεις τον «Κυριάκο» που του τη στέρησε. Ο Στάθης Ψάλτης κατάφερε να ταυτιστεί με το νεοέλληνα που διεκδικούσε τη θέση του στη νέα εποχή καλωσορίζοντάς μας με το «Βασικά καλησπέρα σας», τη διαχρονική ατάκα του. Που ήταν περήφανος για τα προτερήματά του και δεν τον φρέναραν τα ελαττώματά του. Που δημιούργησε σχολή με τα Καμάκια και απενοχοποίησε το φλερτ με το Έλα να Αγαπηθούμε, Ντάρλινγκ. Που μας παρότρυνε Πες τα Βρωμόστομε και μας έκλεισε το μάτι με το Μάντεψε τι Κάνω τα Βράδια. Που ξέσπασε με το Τρελλός Είμαι, Ό,τι Θέλω Κάνω και επιτάχυνε με το Καμικάζι Αγάπη Μου. Που αποθεώθηκε με το Κλεφτρόνι και Τζέντλεμαν και καυχήθηκε με το Οι Κυβερνήσεις Πέφτουνε, Αλλά ο Ψάλτης Μένει. Μάλιστα είναι από τους λίγους της εποχής εκείνης που αργότερα δεν αποκήρυξε τις ταινίες του. Σε κάθε ευκαιρία τόνιζε την περηφάνια του για τα σαράντα περίπου φιλμ του, που για πολλούς ήταν και η αιτία που δεν τον είδαμε στην τηλεόραση από το ’90 και μετά. Μόλις τρεις ρόλους έπαιξε, κι αυτοί ήταν γκεστ σε σειρές.

Παντοτινός εραστής
Όσα χιλιόμετρα έγραψε το κοντέρ του στη δουλειά, άλλα τόσα έγραψε και στις ερωτικές κατακτήσεις του. Είχε πέραση στις γυναίκες και το ήξερε. Και φυσικά το έζησε όσο μπορούσε. Τρεις γάμοι και αμέτρητα ειδύλλια τροφοδοτούσαν για χρόνια φήμες και ψιθύρους. Ο πρώτος γάμος με την Κάτια Κυβέλου δεν κράτησε πολύ, σε αντίθεση με τον αρραβώνα του με την Καίτη Φίνου. Ζευγάρι στη σκηνή, ζευγάρι και στη ζωή, από τα πιο ταιριαστά για πολλούς. Έμειναν στο ίδιο σπίτι για πολλά χρόνια. Η αγάπη της Φίνου για τον Ψάλτη ήταν μεγάλη, τόση που του συγχωρούσε και κάποιες απιστίες του. Τελικά χώρισαν αλλά έμειναν φίλοι. Το ίδιο σύντομος με τον πρώτο γάμο του ήταν και ο δεύτερος με την Τάρια Μπούρα, ένα από τα πιο εντυπωσιακά μοντέλα της δεκαετίας του ’90 που παρουσίαζε μόδα για πολλά χρόνια στον Πρωινό Καφέ της Ελένης Μενεγάκη.
Η μεγάλη σχέση, όμως, της ζωής του είναι η Χριστίνα Φιτσάκη, ο τρίτος του γάμος. Αυτοκόλλητοι για πάνω από είκοσι χρόνια, ήταν σπάνιες οι καθημερινές στιγμές που δεν ήταν ο ένας δίπλα στον άλλο. Όταν γνωρίστηκαν, εκείνος εντυπωσιάστηκε. Εκείνη δεν είχε δει ούτε καν μία ταινία του. Τελικά της έκλεψε την καρδιά με την ειλικρίνειά του. Και εκείνη του δόθηκε ολοκληρωτικά, παρόλο που τους χώριζαν πάνω από είκοσι χρόνια.
Μαζί του ήταν και τον περασμένο Φεβρουάριο, όταν σε περιοδεία με την επιθεώρηση Όλοι Μαζί τη Φάγαμε έπαιζαν στην Πτολεμαΐδα και εκείνος αισθάνθηκε μια ξαφνική αδιαθεσία. Αγαπούσε, όμως, τόσο πολύ τη δουλειά του που δεν ήθελε να την αφήσει. Αναγκάστηκε να μπει εσπευσμένα στο «Άγιος Σάββας» στις 16 Μαρτίου. Αλλά η μάχη είχε σχεδόν κριθεί.
Παρ’ όλα αυτά, μέχρι το τέλος έκανε σχέδια. Θα έπαιζε στους τηλεοπτικούς Άστεγους με τον Δημήτρη Πιατά, σε σκηνοθεσία Όμηρου Ευστρατιάδη. Και ήθελε να δει την τελευταία του ταινία, Καζαντζάκης του Γιάννη Σμαραγδή, όπου υποδύεται τον ηγούμενο της Μονής Σινά.
Τελικά η ζωή του είχε άλλο φινάλε. Με το ίδιο όμως, ίσως και περισσότερο, χειροκρότημα.
Όλα τα νέα, πλούσιο ρεπορτάζ, καθημερινές στιγμές διασήμων και ξεχωριστές στιγμές καθημερινών ανθρώπων στο People, που κυκλοφορεί αυτό το Σάββατο, μαζί με το Πρώτο Θέμα.