Από τον Άρη Βασιλειάδη

Εκτός από τα εβληματικά τραγούδια του δημιούργησε έναν τύπο. Αυτόν με την τραγιάσκα που δεν σταματάει να μελετά, να ονειρεύται και να δημιουργεί. Και θα ζει για πάντα. Όσο υπάρχει γούστο, λογική και ανθρωπιά.

Έγραφε για την ψυχή του. Τα τραγούδια του έμοιαζαν με κεράκια που φώτιζαν τον κόσμο. Κάποτε σε μια εκδήλωση μια νεαρή φωτογράφος που δεν τον γνώριζε φατσικά τον πλησίασε ρωτώντας τον “μήπως ξέρει το Μάνο Ελευθερίου”. Ήθελε να τον φωτογραφίσει γιατί της άρεσαν οι στίχοι του. “Δεν έχω ιδέα”, της απάντησε με εκείνο το λοξό, μισό, γεμάτο πυκνή σιωπή και ξέχειλη αγάπη χαμόγελό του. Έτσι ήταν η ζωή του. Μια ψυχή χωρίς εφέ. Γεμάτη μεγαλείο που δεν φώναζε. Καλοσύνη που έπνιγε ακόμα και τις επικρίσεις του. Λόγο σαν παρτιτούρα, ακριβή, πλήρη αισθητικής και αυθεντικότητας που μόνο σε νησιώτες συναντάς.

Γεννημένος στις 12 Μαρτίου του 1938 στην Ερμούπολη της Σύρου έγραφε από μικρός τραγούδια. Η πορεία του δεν ήταν εύκολη. Είχε όλη την πίκρα, την αγωνία και το βάσανο των μεγάλων δημιουργών. Το μαρτύριο των λέξεων ήταν μια διαρκής πάλη. Αλλά στο τέλος τα κατάφερνε. Οι στίχοι του έμοιαζαν με μικρά κομψοτεχνήματα που καθρέφτιζαν μια εποχή με όλα τα θέλω της. Το περίεργο είναι πως κέρδισε το εισιτήριο της στιχουργικής επιτυχίας χωρίς να γράψει ούτε ένα “σ’ αγαπώ”. Δεν καταδέχτηκε τις ευκολίες του ερωτικού καημού σε μια χώρα που βασιλεύει ο έρωτας. “Μάλλον έπρεπε να ασχοληθώ με το ερωτικό τραγούδι. Θα ήταν πιο εύκολα τα πράγματα και θα έβγαζα περισσότερα χρήματα. Δεν θα ήμουν τόσο καιρό στο νοίκι. Δεν ξέρω γιατί με έπιασε αυτή η μανία και επί χρόνια κυνηγούσα τα δύσκολα. Τα βαθιά νοήματα. Τα γιατί της ύπαρξης. Τώρα πια είναι αργά”, μας είχε εκμυστηρευτεί πριν από ένα χρόνο.

Δεν νομίζουμε ότι το πίστευε. Ήθελε να είναι ταγμένος στην τέχνη και την αλήθεια της. Σαν ασκητής του λόγου πάλευε με τις λέξεις και το ήθος τους. Ήθελε να πλάσει έναν κόσμο ομορφότερο, δικαιότερο και καλύτερο. Αν και συχνά του άρεσε να απομυθοποιεί καταστάσεις. Να απογυμνώνει το ρόλο του. Σαν να μην έχει ευθύνη. Πρώτα όμως ήξερε ότι “μάτωσε” μέχρι να βρει την αρμονία που αναζητούσε και πως η αναγνώρισή του ήταν καθολική. “Γιατί γράφουμε;”, αναρωτιόταν σε άρθρο του, σαν να έγραφε ένα άτυπο γράμμα σ’ έναν άγνωστο νέο στιχουργό. “Μήπως για να βρούμε την ευτυχία, τη φιλία όσων δεν γνωρίσαμε, τους επαίνους των “καθωσπρέπει”; Για να του απαντήσει πιο κάτω προσγειώνοντάς τον στην πεζή πραγματικότητα, που μπορεί να συμβαίνει και κάποιες φορές. “Τα στιχάκια που έγραψες, βρίσκοντας τις λέξεις μία μία ώσπου να φτιάξεις το περιδέραιο, πρέπει πρώτα να αρέσουν στη θεία του συνθέτη, στη γκόμενά του και στον περαστικό ξάδερφό του που του λένε “επειδή εσύ είσαι ακόμα αγνός θέλουμε να μας πεις με το χέρι στην καρδιά αν σου αρέσουν αυτά τα τραγούδια”. Ο Μάνος Ελευθερίου βέβαια δεν χρειάστηκε να περάσει από τέτοιου είδους αυτοσχέδια “δικαστήρια”. Το διαμάντι των στίχων έλαμψε με το καλημέρα.

“Μπαρκάροντας” στη δισκογραφία

Ο πατέρας του ήταν ναυτικός. Ταξίδευε συνέχεια. Ουσιαστικά τον γνώρισε στα επτά του χρόνια. Ήξερε για τις δυσκολίες και τους κινδύνους της θάλασσας. Για την αδυναμία να κάνεις φιλίες και οικογένεια. Παρόλα αυτά στα δεκαοκτώ του σκέφτηκε να τον ακολουθήσει. “Είχα βγάλει και βιβλιάριο. Υποτίθεται ότι θα με έπαιρνε μαζί του, όμως δεν με πήρε”, μας είπε. Δεν ταξίδεψε. Αλλά δεν γλίτωσε. Από τα κύματα της θάλασσας βρέθηκε στα κύματα της δισκογραφίας. “Βέβαια η θάλασσα δεν αστειεύεται. Μας έλεγε ιστορίες ο πατέρας μου για θύελλες με εννιά και δέκα μποφόρ. Το καράβι κατέβαινε στο βυθό και ανέβαινε στην κορυφή του κύματος μέχρι να ξαναχαθεί. Οι ναυτικοί έκαναν το σταυρό τους”, μας έλεγε με έμφαση.

Το 1961 υπηρετούσε τη στρατιωτική του θητεία στα Γιάννενα όταν ο φίλος του Βαγγέλης Καπετανάκης τον προέτρεπε με γράμμα του να στείλει στίχους του στον συνθέτη Κώστα Καπνίση που τον ήξερε και μεσουρανούσε εκείνη την εποχή. Απάντηση δεν πήρε ποτέ. Ανάμεσα σε εκείνους τους στίχους ήταν και το “Τρένο φεύγει στις οκτώ” που το εμπνεύστηκε από την ιστορία ενός στρατιώτη. Τελικά τα τραγούδια του έπεσαν στα χέρια του Μίκη Θεοδωράκη που τα μελοποίησε για το δίσκο τους “Τα λαϊκά”. Η συγκίνησή του ήταν μεγάλη. Ένιωσε ότι άνοιξε μια πόρτα. Τα υπόλοιπα είναι ιστορία. Βέβαια ο δίσκος είχε τη δική του περιπέτεια. Η δικτατορία απέτρεψε προσωρινά την έκδοσή του, που τελικά έγινε στο Παρίσι το 1971 με την Μαρία Δημητριάδη και τον Αντώνη Καλογιάννη. Μάλιστα επειδή είχε απαγορευτεί στην Ελλάδα, οι φίλοι του τον έφερναν από το εξωτερικό μέσα σε εξώφυλλα κλασσικής μουσικής, του Μπαχ, του Μπετόβεν, του Σούμπερτ που δεν εμπόδιζε η λογοκρισία.

Επισήμως έγραψε πάνω από τετρακόσια τραγούδια. Ανεπισήμως περισσότερα από εξακόσια. Συνεργάστηκε με τους κορυφαίους συνθέτες. Το Γιάννη Μαρκόπουλο, το Δήμο Μούτση, το Μάνο Χατζιδάκι, το Χρήστο Λεοντή, το Σταύρο Κουγιουμτζή, το Γιάννη Σπανό, το Γιώργο Χατζηνάσιο, το Θάνο Μικρούτσικο, το Σταύρο Ξαρχάκο, το Χρήστο Νικολόπουλο. Μαζί τους σφράγισε μια εποχή ανυψώνοντάς την πνευματικά.

Άραγε τον διεκδήκησε κάποιος συνθέτης περισσότερο; Οι φιλίες του έπαιζαν ρόλο; “Φίλος φίλος ήμουν με τον Γιώργο Ζαμπέτα. Όμως όλο και όλο κάναμε μια καντάδα. Τίποτα άλλο! Πηγή της έμπνευσης όταν γράφεις στίχους είναι η μοναξιά και όχι οι φιλίες.” Όταν έγραφε είχε στο μυαλό του κάποιον συγκεκριμένο τραγουδιστή; “Μόνο πέντε ή έξι φορές έγραψα πάνω σε συγκεκριμένη μουσική. Για παράδειγμα το “Κάτω από τη Μαρκίζα” ήξερα ότι θα το τραγουδήσει η Βίκυ Μοσχολιού”. Τα τραγούδια του σφράγισαν όχι μία, αλλά πολλές εποχές. Ο ίδιος αγαπάει κάποια περισσότερο και τα ακούει συχνότερα; “Ποτέ δεν ακούω τραγούδια μου σπίτι μου”, μας διαβεβαίωσε. “Μόνο όταν κυκλοφορούν σε δίσκο τα βάζω μία φορά και αυτό είναι. Δεν έχει νόημα για μένα. Να ευλογώ τα γένια μου; Σημασία έχει να τα αγαπήσει ο κόσμος”.

Για την εποχή μας όμως, δεν κατάπινε τα λόγια του. “Σήμερα για να γίνει κάποιος φίρμα και να μπορεί να έχει παραγγελίες και να είναι περιζήτος, αρκεί να γράφει άθλια”, τόνισε. “Όσο πιο άθλια, τόσο καλύτερα. Τότε θα γίνεις φίλος και συνεργάτης και ίσως πρώτο όνομα”. Παρόλα αυτά όλοι ήθελαν την παρέα και τη σοφία του. Ήταν αληθινός και αυτό μετρούσε.

Κρυφές αγάπες, φανεροί έρωτες

Όταν ήταν δεκατεσσάρων χρονών ήρθαν οικογενειακώς στην Αθήνα και εγκαταστάθηκαν αρχικά στο Χαλάνδρι και μερικά χρόνια αργότερα στο Νέο Ψυχικό. Οι θεατρικές παραστάσεις άρχισαν να του αρέσουν. Έβλεπε κλασικά έργα αλλά και επιθεωρήσεις με τους κωμικούς της εποχής. “Σκέφτηκα πως ίσως θα μπορούσα να γράψω θεατρικά έργα”, θυμάται. Η γνωριμία με τον Άγγελο Τερζάκη αποδείχτηκε καθοριστική. “Με προέτρεψε να παρακολουθήσω ως ακοατής τη δραματική σχολή του Εθνικού Θεάτρου. Μου άρεσε η ατμόσφαιρα, το σύστημα και η τάξη του. Το καλό είναι ότι έβλεπα όλες τις παραστάσεις του δωρεάν. Παρακολούθησα σπουδαίες παραστάσεις  με την Κατίνα Παξινού και τον Αλέξη Μινωτή”. Το θέατρο παρέμεινε μία κρυφή αγάπη του. Στη συνέχεια σπούδασε στη σχολή Σταυράκου με καθηγητές το Γρηγόρη Γρηγορίου, το Γιώργο Θεοδοσιάδη και το Χρήστο Βαχλιώτη. “Ήταν η εποχή που όλη η Ελλάδα χτιζόταν. Και δυστυχώς γκρέμιζαν ότι ήταν ομορφότερο. Τα νεοκλασικά. Η Ερμούπολη ευτυχώς γλίτωσε γιατί οι περισσότεροι είχαν έρθει στην Αθήνα. Το θέμα όμως είναι πως υπήρχαν πόλεις που σε άλλες συνθήκες θα έπρεπε να πληρώνεις εισιτήριο, που λέει ο λόγος ,για να τις επισκεφτείς. Ο Βόλος, η Χαλκίδα, η Μυτιλήνη είναι μερικές από αυτές. Αληθινά αριστουργήματα. Η επέλαση του τσιμέντου που ακολούθησε ήταν καταστροφική”. Την εποχή εκείνη έγραφε ακατάπαυστα θεατρικά έργα. Όμως, δεν τον ικανοποιούσαν. Μετά από λίγο καιρό τα έσκισε. Το 1962 έκδοσε με δικά του χρήματα την πρώτη του ποιητική συλλογή, το “Συνοικισμό”. Η υποδοχή από το κοινό ήταν χλιαρή. Μάλλον ανύπαρκτη. Αγοράστηκαν μερικά αντίτυπα. “Τα υπόλοιπα είχαν την τύχη των θεατρικών”, παραδέχεται. Τα κατέστρεψε. Ακολούθησαν δύο συλλογές διηγημάτων, “Το διευθυντήριο” και η “Σφαγή”. Πήγαν καλύτερα και έτσι γλίτωσαν την πυρά. Με τη νουβέλα “Το άγγιγμα του χρόνου” έδειξε, κυρίως στον εαυτό του, ότι μπορεί να σταθεί και λογοτεχνικά στα πόδια του. Κάτι που αποδείχτηκε με τον “Καιρό των Χρυσανθέμων” που τιμήθηκε το Κρατικό Βραβείο Λογοτεχνίας το 2005. Ήταν ένας θρίαμβος. Η επιτυχία είχε και συνέχεια. Η “Γυναίκα που πέθανε δύο φορές” και η “Μελαγχολία της πατρίδας μετά τις ειδήσεις των οκτώ” κέρδισαν κριτικούς και αναγνώστες. Έγραψε είκοσι πέντε συλλογές ποιημάτων, πέντε μυθιστορήματα, τρεις συλλογές διηγημάτων, μία νουβέλα, τρία θεατρικά και πέντε παιδικά. Το 2013 βραβεύτηκε για το συγγραφικό του έργο από την Ακαδημία Αθηνών. Πέρα από τα βραβεία έχει κερδίσει όμως την αγάπη του κόσμου. Και αυτό είναι μια σχέση εμπιστοσύνης. Όσο και αν αγαπούσε το θέατρο, στη ζωή δεν του άρεσαν οι ρόλοι. Ήταν κοφτός και ευθύς. Αυτό που είχε να στο πει θα στο έλεγε. Για τις συνέπειες δεν νοιαζόταν καθόλου. Δεν φοβόταν μη χάσει εύνοιες και φιλίες. Μας έκανε να αγαπήσουμε το τραγούδι. Και τη ζωή.

Όλα τα νέα, πλούσιο ρεπορτάζ, καθημερινές στιγμές διασήμων και ξεχωριστές στιγμές καθημερινών ανθρώπων στο People, που κυκλοφορεί μαζί με το Έθνος της Κυριακής.