
Ζωή Λάσκαρη: Ωδή στο αιώνιο Crazy Girl
Η ωραιότερη γυναίκα της χρυσής περιόδου του ελληνικού κινηματογράφου δεν ονειρεύτηκε ποτέ να γίνει πρωταγωνίστρια. Από τη στιγμή, ωστόσο, που στάθηκε απέναντι από τον κινηματογραφικό φακό η φυσική της λάμψη είχε τέτοια ακτινοβολία που δεν ξεθώριασε ποτέ. Η Ζωή Λάσκαρη μπορεί να μη θέλησε να γίνει σταρ, γεννήθηκε, όμως, τέτοια.
Όταν η Ζωή Λάσκαρη εμφανίστηκε στη μεγάλη οθόνη δεν φαινόταν να υπάρχει χώρος για άλλη σταρ. Η Αλίκη Βουγιουκλάκη και η Τζένη Καρέζη μονοπωλούσαν το ενδιαφέρον – στα όρια της μανίας, χωρίζοντας τη χώρα σε δύο στρατόπεδα. Οι γυναίκες της εποχής κόπιαραν το στιλ και το ντύσιμό τους, μέχρι που το 1961 Ο Κατήφορος συστήνει τη Ζωή Λάσκαρη. Η ψηλόλιγνη φιγούρα της κεραυνοβολεί το κοινό. Κυρίως τους άντρες, που αποσβολωμένοι παρακολουθούν ένα κορίτσι με φυσικά χαρακτηριστικά –μακριά πόδια, ψηλή, με απρόσιτο ύφος– που θυμίζουν περισσότερο τις Γαλλίδες πρωταγωνίστριες του Luis Buñuel παρά τις φλογερές μεσογειακές γυναίκες του Vittorio de Sica. Η τολμηρότητα του ρόλου της Ρέας, που απαιτεί αρκετές ερωτικές σκηνές –αυτός ήταν ο λόγος που η Αλίκη απέρριψε το ρόλο–, αναστατώνει το αντρικό κοινό, ενώ η χημεία της με τον Νίκο Κούρκουλο ηλεκτρίζει τις κινηματογραφικές αίθουσες. Η ταινία κόβει τα περισσότερα εισιτήρια εκείνη τη χρονιά και η 17χρονη Ζωή Λάσκαρη, μόλις στην πρώτη της εμφάνιση, απειλεί τις Βουγιουκλάκη και Καρέζη. Όμως η Λάσκαρη δεν είναι φτιαγμένη από το ίδιο υλικό με εκείνες. Ο «πρωταθλητισμός» και η καριέρα την αφήνουν αδιάφορη. Προτιμά τα night clubs της Αθήνας, τα «σπάει» στον Ζαμπέτα, πίνει, καπνίζει, φλερτάρει και πηγαίνει στα γυρίσματα σερί από τα μπουζούκια. Είναι το απόλυτο it girl της εποχής, πριν καν εφευρεθεί ο όρος. Αν πρέπει απαραίτητα να συγκριθεί με κάποια, αυτή θα ήταν η Έλενα Ναθαναήλ. Ήταν οι μόνες που διατήρησαν μια απόσταση από την εικόνα που οι άλλοι ήθελαν να δημιουργήσουν για εκείνες, δίνοντας προτεραιότητα στις επιθυμίες τους.
Το ορφανό κορίτσι και ο γάμος
Η Ζωή γεννήθηκε στις 12 Δεκεμβρίου του 1944 στη Θεσσαλονίκη. Δεν γνώρισε ποτέ τον πατέρα της, συνταγματάρχη του Ελληνικού Στρατού, Δημήτρη Κουρουκλή, καθώς δολοφονήθηκε στον Εμφύλιο. «Ήμουν οκτώ μηνών όταν σκότωσαν τον πατέρα μου, στα 24 του, στον Εμφύλιο. Η μητέρα μου πέθανε όταν ήμουν 7 χρόνων. Η απώλεια των γονιών είναι ένα κενό που δεν αναπληρώνεται ποτέ. Δεν έζησα Χριστούγεννα. Στο σπίτι είχαμε συνέχεια πένθος. Δεν στολίσαμε ποτέ δέντρο. Γι’ αυτό και δεν αγαπώ τα Χριστούγεννα, άλλωστε. Δεν τα έχω βιώσει. Ραδιόφωνο δεν βάζαμε ποτέ. Απ’ το στόμα μου δεν βγήκε ποτέ η λέξη “μπαμπάς”, δεν θυμάμαι να φώναξα τη λέξη “μαμά”… Δεν έχω θυμό για τους δολοφόνους του πατέρα μου, αλλά δεν είχα και φυσιολογικά παιδικά χρόνια» είχε αποκαλύψει σε συνέντευξή της στην εφημερίδα Φιλελεύθερος της Κύπρου.
Ο τραγικός τρόπος που χάνει τους γονείς της τη στιγματίζει. Δήλωνε αντικομμουνίστρια και το πρόσωπό της σκλήρυνε όταν μιλούσε για τα θύματα που είχε η οικογένειά της στον Εμφύλιο. Από τη νεανική της ηλικία ήδη αναπτύσσει ένα ιδιαίτερο ενδιαφέρον για την πολιτική και τους πρωταγωνιστές της. Τη δεκαετία του ’80 «η δεξιά Ζωή», όπως την έλεγαν τότε, αφήνει άναυδους τους οπαδούς της Ν.Δ. όταν μιλά με θαυμασμό για τον Λεωνίδα Κύρκο. «Τον λάτρευα, τι κύριος!» έλεγε. Περισσότερο απ’ όλους θαύμαζε τον Κωνσταντίνο Καραμανλή. «Μεγάλη φυσιογνωμία ήταν κι ο Ανδρέας Παπανδρέου, άλλο αν ήταν, όπως λένε, λαοπλάνος». Όπως γράφει στο iefimerida η Σοφία Γιαννακά, με την οποία γνωρίστηκαν τη χρονιά που έβαλε υποψηφιότητα με το δημοτικό συνδυασμό του Δημήτρη Αβραμόπουλου, «η Λάσκαρη συζητούσε μόνο πολιτικά. Γνώριζε προσωπικά τους περισσότερους πολιτικούς, την ιστορία και την προσωπική τους ζωή χάρη στο τεράστιο δίκτυο του Αλέξανδρου Λυκουρέζου. Προσέγγιζε ωστόσο τα διάσημα πρόσωπα με αφ’ υψηλού απλότητα και χτυπήματα ντιρέκτ. Λάτρευε να προκαλεί το διάσημο δικηγόρο σύζυγό της ρίχνοντας μια θανάσιμη σπόντα στον πολιτικό που τους είχε καλέσει και ίσως παρεξηγούσε την ειλικρίνειά της. Εκτιμούσε πρόσωπα και όχι κομματικές ταμπέλες, ήταν φιλελεύθερη αλλά μιλούσε τρυφερά για τον Ανδρέα Παπανδρέου. “Ας τους να πάρουν το μάθημα για να ξελυσσάξουν” έλεγε για τους Έλληνες που ψήφισαν τον Τσίπρα».
Στη μικρή, πάντως, κοινωνία της Θεσσαλονίκης του ’50 η Ζωή Λάσκαρη είναι το ορφανό. Την ανατροφή της αναλαμβάνουν ο παππούς και η γιαγιά, που τη μεγαλώνουν υπερπροστατευτικά αλλά και αυστηρά. «Η γιαγιά και ο παππούλης μου με λάτρευαν. Και υπήρξαν δύο λατρεμένα άτομα για μένα. Αλλά είχαν άλλη νοοτροπία. Ήταν και οι εποχές διαφορετικές. Με μεγάλωσαν με μια λανθασμένη υπερπροστασία. Μου είπαν ψέματα για το θάνατο της μάνας μου, ενώ εγώ την είδα νεκρή στο σπίτι. Ότι, δήθεν, έφυγε για την Ιταλία. Επί ένα χρόνο μού έστελναν ψεύτικα γράμματα. Κάποια στιγμή, στο σχολείο, μου είπαν: “Ποια μάνα σου στην Ιταλία; Η μάνα σου πέθανε”. Έτρεξα και πήγα και λες ένα χέρι με πήρε και με έβαλε μπροστά από τον τάφο της και είδα τη φωτογραφία της. Γύρισα σπίτι και σπάραζα. “Γιατί μου το κάνατε αυτό;”. Δεν το έκαναν για κακό. Για να με προστατεύσουν. Αλλά με λάθος τρόπο. Είναι σαν να μεγαλώνεις ένα άτομο μέσα σε γυάλα. Μόλις έρθει σε επαφή με το περιβάλλον, το πρώτο μικρόβιο θα το σκοτώσει».
Όμως, η Ζωή δεν μπορούσε να μπει σε γυάλα. «Στα δεκατέσσερά μου τους άκουσα να λένε “να της βρούμε ένα καλό παιδί να την παντρέψουμε, είναι πολύ ζωηρή”. Τότε είπα “τέρμα”».
Τα καλλιστεία και η ζωή στις ΗΠΑ
Τους φόβους της για τον πρόωρο γάμο εκμυστηρεύτηκε στο θείο της, αδελφό του πατέρα της, ο οποίος σκέφτηκε πως μια καλή απόδραση για την ήδη αναπτυγμένη έφηβη ανιψιά του, ίσως, ήταν τα καλλιστεία. «Η απόφαση για τα καλλιστεία δεν ήταν δική μου. Ήταν του θείου μου, του αδελφού του πατέρα μου».
Τα καλλιστεία στην Ελλάδα που σταματούσε να ξερογλείφει τις μετεμφυλιακές πληγές της αποκτούσαν δειλά δειλά μια λαμπρή εσάνς, αφήνοντας πίσω στερεότυπα και προκαταλήψεις πως φιλοξενούσε «εύκολα» κορίτσια. Για τα καλλιστεία του 1959, που εκείνη τη χρονιά παρουσίασε ο Λάμπρος Κωνσταντάρας, η Aπογευματινή γράφει: «Στη φαντασμαγορική χοροεσπερίδα στα Αστέρια της Γλυφάδας εξελέγη Σταρ Ελλάς η 18ετής δεσποινίς Ζωίτσα Κουρούκλη με το ψευδώνυμο “Αμαρυλλίς”. Η Aμαρυλλίς εγεννήθη εις την Θεσσαλονίκην, έχει ύψος 1,68 μ., βάρος 57 κιλά, περίμετρο θώρακος 0,88, μέσης 0,62 και λεκάνης 0,93». Μετά τη στέψη της ακολουθεί ο διαγωνισμός Mις Yφήλιος 1959 στο Λονγκ Μπιτς των ΗΠΑ. Η Λάσκαρη γοητεύεται από την ελευθερία της Καλιφόρνιας και παρατείνει τη διαμονή της για δύο χρόνια, μέχρι που έρχεται ένα γράμμα από την Αθήνα που λέει «δεν είναι 18 χρόνων, αλλά 15,5». Για εκείνη την εμπειρία έχει πει: «Πώς τα έκανα αυτά; Είδες, όταν είσαι νέος; Δεν φοβάσαι τίποτα… Έμεινα, όμως, στην Αμερική δύο χρόνια. Πείσμωσα. Έζησα ωραία: Εμπειρίες, πολλές εμπειρίες. Έκανα την πωλήτρια, έκανα διαφημίσεις για τσιγάρα και άλλα πολλά».
Όταν εμφανίστηκε ο Φίνος
Με την επιστροφή της στην Ελλάδα εγκαθίσταται στην Αθήνα και ενώ έχει προτάσεις για διάφορα, αρνείται πεισματικά τα πάντα, μέχρι που άνθρωποι της Φίνος Φιλμ της προτείνουν να γίνει ηθοποιός. Με τον Φιλοποίμενα Φίνο αναπτύσσει μια οιδιπόδεια σχέση. Στο πρόσωπό του βλέπει τον πατέρα που ποτέ δεν είχε και εκείνος με τη σύζυγό του θέλουν να την υιοθετήσουν. Εκείνη αρνείται, όχι όμως και το νέο της όνομα. Μέσα σε μια μέρα από Ζωή Κουρούκλη θα μετονομαστεί σε Ζωή Λάσκαρη, καθώς με το Ζωή Κουρούκλη κάνει καριέρα στο τραγούδι η ξαδέλφη της. Δεν είχε και πολλή σημασία το επίθετό της. Για τους συναδέλφους και για τον κόσμο θα είναι η «Ζωίτσα». Σε κάθε της συνέντευξη αναφέρεται με τα πιο κολακευτικά λόγια στον Φίνο. «Ναι, επιμένω και το λέω: Οφείλω τα πάντα στον Φίνο. Ο Φίνος με καθιέρωσε, ο Φίνος πρόσεχε τους ρόλους μου. Ο Φίνος κοίταζε τη σκηνή κι, αν κάτι πήγαινε στραβά, έλεγε: “Ξανά η σκηνή”. Άσε που μου έμαθε να θέλω να είναι τα πράγματα τέλεια».
Εκεί, λοιπόν, ενηλικιώνεται, στα κινηματογραφικά πλατό της οδού Χίου, στη Φίνος Φιλμ. Εκεί τρώει και πίνει. Πάντα μαζί με τα συνεργεία, παρέα με τους τεχνικούς, όσο κι αν τα περιοδικά της εποχής συντηρούσαν το μύθο της ωραίας και απόμακρης.
Στις ταινίες του Φίνου σπάει το καλούπι των ενζενί και συστήνει στο κοινό εκείνο της μοιραίας. Σε μια εποχή που αναζητούσε παρηγοριά στα λαϊκά σκέρτσα της καλόψυχης ταλαιπωρημένης φτωχής, εκείνη πλασαρίστηκε αναιδής, τολμηρή, ακόμα και λάγνα.
Ο Κατήφορος την ανέδειξε, ο Νόμος 4000 και ο Ίλιγγος την καθιέρωσαν, για να ακολουθήσουν χαριτωμένοι ρόλοι στο Μερικοί Το Προτιμούν Κρύο, Οι Θαλασσιές Οι Χάντρες, Μια Κυρία Στα Μπουζούκια… Και παρότι ο Τύπος, αλλά και ο Φίνος προσπάθησαν να δημιουργήσουν αντιπαλότητα με τη βασίλισσα Αλίκη, εκείνες έγιναν φίλες. «Με την Αλίκη ανταγωνισμό; Ποτέ! Ήμασταν κολλητές. Διότι εγώ σεβάστηκα ότι εκείνη ήταν καριερίστα. Εγώ δεν ήμουν. Έβλεπα μια γυναίκα δέκα χρόνια πιο μπροστά από εμένα, η οποία είχε κάνει όλες αυτές τις υποχωρήσεις για να κάνει την καριέρα της, τις οποίες εγώ δεν έκανα ποτέ. Εγώ ντρεπόμουν να πω για τις ταινίες μου… Τι να λέμε για την Αλίκη; Αφιέρωσε όλη τη ζωή της εκεί». Κι εκείνη; «Ό,τι μου κατέβαινε στην κούτρα μου. Καταρχάς, η καριέρα δεν ήταν ποτέ το ζητούμενό μου. Καριερίστρια δεν υπήρξα ποτέ. Δεν με αφορούσε κι ούτε και με αφορά. Δεν κυνηγούσα καμία καριέρα. Δεν χαλάλισα τη ζωή μου για καμία καριέρα». Η ηθοποιός, πάντως, με την οποία διατήρησε στενή φιλία ήταν η Νόνικα Γαληνέα.
Παράλληλα, η Ελλάδα άλλαζε μαζί με όλο τον κόσμο. Ήταν μια περίοδος πολιτικής ανυπακοής, πολιτικής διαμαρτυρίας. Η εποχή των «παιδιών των λουλουδιών» βρίσκει την ενσάρκωσή της στην ελαφράδα του Μαριχουάνα Στοπ, που σηματοδοτεί την πρώτη θεατρική επιτυχία της Ζωίτσας, το 1970. Μια τεράστια επιτυχία, κατά τη διάρκεια της οποίας γνωρίζει τον Tόλη Bοσκόπουλο.
Ο έρωτας με τον Τόλη Βοσκόπουλο
Τα πηγαδάκια της εποχής λένε πως όταν ο Τόλης Βοσκόπουλος είδε τη Ζωή Λάσκαρη, τρελάθηκε. Μαζί περνούν τρία έντονα χρόνια. Έρωτας, πάθος, νεανική τρέλα, πολλά τραγούδια αλλά και στενοχώρια. Αν η Αλίκη και ο Δημήτρης ήταν το λαϊκό παραμύθι, η Τζένη και ο Καζάκος οι σκεπτόμενοι εραστές, η Ζωή και ο Τόλης ήταν ό,τι κοντινότερο στο Χόλιγουντ. Εκείνος τραγουδάει για εκείνη «Ξανθή αγαπημένη Παναγιά» κι εκείνη χορεύει. Η σχέση τους τελειώνει άδοξα και στις δηλώσεις της για εκείνον είναι πάντα λιτή: «Ήταν ένα μεγάλο κεφάλαιο στη ζωή μου ο Τόλης. Ήταν μια πολύ έντονη σχέση». Κι όσο κι αν την πίεζαν για αποκαλύψεις, εκείνη δεν ξέφευγε από το μοτίβο: «Τι θες ονόματα; Αυτό είναι αδύνατον, αγάπη μου. Ό,τι ξέρεις, ξέρεις. Άλλωστε τι σημασία έχει; Τους ερωτεύτηκα όλους πάρα πολύ. Τους ερωτεύτηκα όλους για θάνατο. Ήμουν ερωτιάρα. Μ’ αρέσουν αυτά. Κι έτσι γέμισα και δεν έχω απωθημένα. Για μένα δεν ενδιαφέρεσαι; Ποιοι ήταν αυτοί, τι σε νοιάζει; Έμπαινα στα κάρβουνα, καιγόμουν και μ’ άρεσε. Αυτό δεν σου φτάνει;».
Το 2014 η Ζωή Λάσκαρη πηγαίνει, ύστερα από 40 χρόνια, να τον ακούσει στο Baraonda. Το γεγονός αναλύεται με κάθε λεπτομέρεια, ειδικά τη στιγμή που ο Βοσκόπουλος σκεπάζει το μικρόφωνο και ψιθυρίζει στον αλλοτινό μεγάλο του έρωτα «Σ΄ αγαπώ…».
Ο γάμος με τον Κουτρουμάνο και το πρώτο της παιδί
Ο έρωτας χτύπησε πολλές φορές την πόρτα της. Ξενύχτησαν πολλοί στα σκαλοπάτια της. «Δικαίωμά τους ήταν. Εγώ ήμουν τόσο ερωτευμένη κάθε φορά που ήμουν με κάποιον, ώστε δεν με αφορούσε. Έχω ερωτευτεί πάρα πολλές φορές, έχω κλάψει, έχω συρθεί, αν θέλεις, κι είμαι γεμάτη και πανευτυχής. Διότι αν δεν ερωτευτείς πολύ, έχεις χάσει τη ζωή… Ξέρεις γιατί; Γιατί φοβάσαι να “μπεις μέσα με τα μπούνια”. Κι όταν φοβάσαι, τότε άσ’ τα να πάνε… Η ζωή είναι δική σου, σου ανήκει και μια φορά ζεις».
Έτσι με τα μπούνια μπήκε και στη σχέση της με τον επιχειρηματία Πέτρο Κουτουμάνο. Τα σημάδια της προσωπικής τους ανακολουθίας ήταν εκεί από την πρώτη στιγμή. Εκείνη, όμως, ήταν τυφλή από έρωτα. Η σχέση τους ξεκινά το 1966 όταν βρέθηκαν σε κοινή παρέα. Παντρεύονται στις 23 Οκτωβρίου του 1967 στον Άγιο Διονύσιο τον Αρεοπαγίτη ‒ η Ζωή είναι μόλις 23 ετών. Το ζευγάρι μένει σε ένα υπερπολυτελές διαμέρισμα πίσω από τα ανάκτορα και εννέα μήνες μετά το γάμο αποκτούν την κόρη τους Μάρθα, που αργότερα παντρεύτηκε τον Βλάση Μπονάτσο.
Όλα δείχνουν να κυλούν αρμονικά, μέχρι τις 5 Φεβρουαρίου του 1971. Τότε η Λάσκαρη μαζεύει τα πράγματά της με φορτηγό και φεύγει – είχε ήδη γνωρίσει τον Τόλη. Το παιδί το έστειλαν στο Παλαιό Φάληρο, στους γονείς του επιχειρηματία. Τα περιοδικά της εποχής γράφουν ότι ο Κουτουμάνος τη χώρισε γιατί ήθελε να παρατήσει την καριέρα της και να αφοσιωθεί στην οικογένειά της. Ήθελε να «δαμάσει» τη Ζωή. Η ίδια λίγα χρόνια αργότερα εξήγησε ότι εκείνος τη ζήλευε παράφορα, αν και εκείνη… έτρωγε το κέρατο. Στο Πρωινό του Πέτρου Κωστόπουλου και την Τζένης Μπαλατσινού μιλά για τις απιστίες του πρώην συζύγου της. «Δεν υπάρχει γυναίκα που να μην έχει φάει κέρατο. Οι άντρες είστε ανώμαλοι, αγάπη μου! Είστε ανώμαλοι και θέλετε επιβεβαίωση, πολλές φορές από μία πολύ χειρότερη».
Το μεγαλύτερο αγκάθι, όμως, που άφησε αυτός ο γάμος δεν είναι η απιστία αλλά η σχέση της με τη Μάρθα. Η φυσική της απόσταση από την κόρη της δημιούργησε ρωγμές, που επουλώθηκαν χρόνια αργότερα. «Ο Κουτουμάνος δεν με άφηνε να περνάω πολύ χρόνο με τη Μάρθα. Είχε όλη την οικογένειά του στο σπίτι. Αυτό έκανε κακό και σε μένα και στο παιδί. Δεν μου επέτρεπε ούτε στο πάρκο να πάω μαζί της. Κι όταν χωρίσαμε, πάλι δεν με άφηνε να τη βλέπω. Δεν κατάλαβα ποτέ μου το “γιατί;”. Με έβαζε τιμωρία, λέγοντάς μου “άλλες είκοσι μέρες δεν θα δεις το παιδί”. Του απαντούσα “Δεν κάνεις κακό σε μένα, αλλά στο παιδί”. Γι’ αυτό και όταν έμεινα έγκυος στη Μαρία-Ελένη, είπα στον Αλέξανδρο ότι θα τη μεγαλώσω εγώ. Δεν ήθελα κανέναν άλλο. Με τη Μάρθα ακόμη προσπαθούμε να αναπληρώσουμε εκείνο το κενό. Της έλεγα συχνά ότι όσο δεν μου μιλάει, η απόσταση θα μεγαλώνει και δεν θα υπάρχουν γέφυρες επικοινωνίας» είχε δηλώσει σε συνέντευξη.
Αλέξανδρος Λυκουρέζος: Μαζί μέχρι το θάνατο
Το 1976 γνωρίζει τυχαία τον Αλέξανδρο Λυκουρέζο, όταν επισκέπτεται ως πελάτισσα το δικηγορικό του γραφείο. Εκείνος της ζητάει να πάνε για φαγητό στην ταβέρνα του Ζαφείρη, ενώ, όπως είπε αργότερα σε συνέντευξή του, δεν είχε δει έως τότε ταινία της. Στο πρώτο ραντεβού πήγε και τον πήρε εκείνη με ένα διθέσιο αυτοκίνητο, γιατί εκείνος δεν είχε, από τα γραφεία της εφημερίδας ΤΑ ΝΕΑ, στη Χρήστου Λαδά. Της ζήτησε να περιμένει για λίγο έξω για να ανεβεί και να καλέσει το φίλο του, ποιητή και δημοσιογράφο Λευτέρη Παπαδόπουλο να τη γνωρίσει.
«Τι σας τράβηξε σ’ αυτόν;» τη ρωτάει δεκαετίες αργότερα ο δημοσιογράφος Θανάσης Φωτίου. «Πως ήταν φευγάτος. Καλέ, πέρναγε έξω από το μαγαζί που είχα, μια μπουτίκ στην Ακαδημίας και Πινδάρου, με ένα κοντό αμπέχονο και το μαλλί ίσα πάνω, σαν να είχε βγει από ανατριχιαστική ταινία. Γι’ αυτό μου άρεσε».
Παντρεύονται την ίδια χρονιά. Η Ζωή δεν είναι καθόλου σίγουρη για αυτό το γάμο. Η αποτυχία με τον Κουτουμάνο, η απόσταση με τη Μάρθα την είχαν σημαδέψει. Λίγο πριν από το μυστήριο είχε προσπαθήσει να αποδράσει. Τελικά παντρεύονται στον Πανάγιο Τάφο, με κουμπάρο τον Λευτέρη Παπαδόπουλο, χωρίς κάμερες και φωτογράφους. «Δεν έχουμε ούτε καν φωτογραφίες από το γάμο» είχε πει στο People.
Δεν ήταν εύκολος γάμος, ο Λυκουρέζος, όμως, ήταν ο άνθρωπός της. Η Ζωή είχε εξομολογηθεί πως είχε πιάσει το σύζυγό της να την απατάει αλλά πάντα το άφηνε πίσω. Οι δυο τους είχαν βρει τον τρόπο να διατηρούν τις ισορροπίες στην κοινή τους ζωή. Μαζί απέκτησαν μία κόρη, τη Μαρία-Ελένη. Ο Αλέξανδρος Λυκουρέζος, όμως, είχε αδυναμία και στη Μάρθα. Αυτό το χαρακτηριστικό του, η μεγάλη του καρδιά, ήταν που την κράτησε έως το τέλος δίπλα του. Αυτό και η ευφυΐα του να ανακαλύψει τη γυναίκα πίσω από το μύθο. «Πριν από τον Αλέξανδρο, οι περισσότεροι άντρες με αντιμετώπιζαν σαν τη Rita Hayworth: Κοιμόντουσαν με τη Λάσκαρη και ξυπνούσαν με τη Ζωή. Έχω ερωτευτεί μέχρι θανάτου. Έχω πέσει στα πατώματα, έχω φάει κλοτσιές, έχω φάει κέρατο. Γιατί ερωτεύονταν τη Λάσκαρη και όχι τη Ζωή. Ξυπνούσαν και έλεγαν “τι σταρ είναι αυτή να μαγειρεύει, να πλένει και να φροντίζει το σπίτι;”. Γιατί ήθελαν να με βλέπουν όπως με είχαν στο μυαλό τους. Ενώ εγώ ήθελα να με βλέπουν όπως είμαι».
Η φωτογράφιση στο Playboy
To φθινόπωρο του 1985 το πιο καυτό θέμα συζήτησης είναι η γυμνή φωτογράφιση της Ζωής Λάσκαρη για την ελληνική έκδοση του Playboy. Ήταν το πρώτο “επώνυμο” ελληνικό γυμνό του περιοδικού και έμελλε να γράψει ιστορία. Την πρωταγωνίστρια, που στα 40 και κάτι της δεν είχε να ζηλέψει σε τίποτα την εικόνα της από την εποχή του ελληνικού κινηματογράφου, φωτογράφισε ο Ντίνος Διαμαντόπουλος, χωρίς ρετούς ή φυσικά photoshop.
Το location της φωτογράφισης προκαλεί έντονες αντιδράσεις. Η Λάσκαρη φωτογραφίζεται στη Μύκονο, αλλά και στη Δήλο, χωρίς το περιοδικό να έχει πάρει την απαραίτητη άδεια. Οι φήμες θέλουν τη Λάσκαρη να λαμβάνει το ποσό-ρεκόρ για την εποχή των 15 εκατ. δραχμών. Η ίδια το έχει διαψεύσει επανειλημμένα. «Δεν πήρα δραχμή, γιατί δεν υπήρχε χρηματικό ποσό να με καλύπτει. Απλώς ζήτησα όλα τα μέσα για να γίνει η φωτογράφιση όσο καλύτερα γινόταν».
Όταν το Playboy κυκλοφορεί, βουλευτές της Νέας Δημοκρατίας διαμαρτύρονται έντονα για το ότι η Ζωή Λάσκαρη πόζαρε γυμνή στους λέοντες του ιερού νησιού της αρχαιότητας. Τι σημασία είχε; Το περιοδικό σημείωσε ρεκόρ πωλήσεων, αξεπέραστο μέχρι σήμερα.
Η Μάρθα και η μάχη της με τα ναρκωτικά
Το Νοέμβριο του 1992, σε συνέντευξή της με αφορμή την παρουσία της στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης, παγώνει το πανελλήνιο αποκαλύπτοντας την περιπέτεια της κόρης της, Μάρθας Κουτουμάνου, με τα ναρκωτικά. Η υπόθεση παίρνει γρήγορα διαστάσεις. Η Ελλάδα ακόμα προτιμούσε να κρύβεται πίσω από το δάχτυλό της παρά να κοιτάξει ουσιαστικά το πρόβλημα των εξαρτήσεων, θεωρώντας πως αφορά περιθωριοποιημένες ομάδες. Η αποκάλυψη της Λάσκαρη ξεσκεπάζει την υποκρισία. Η Μάρθα, παιδί ευκατάστατης οικογένειας, και δη μιας σταρ, πώς έμπλεξε; Οι δυο τους, μαζί με τον Λυκουρέζο, εμφανίζονται στην εκπομπή του Νίκου Χατζηνικολάου Ενώπιος Ενωπίω. Είναι η πρώτη φορά που διάσημος μιλούσε ανοιχτά για τα ναρκωτικά μέσα στο σπίτι του κι αυτό έδωσε θάρρος και παρηγοριά σε πολλές οικογένειες που είχαν ανάλογο πρόβλημα. Κυρίως, όμως, μείωσε το φόβο της κατακραυγής.
Ωστόσο, υπήρξαν και εκείνοι που έκαναν πικρόχολα σχόλια… Μίλησαν ακόμα και για διαφημιστικό κόλπο, λέγοντας πως το «άστρο» της Λάσκαρη είχε αρχίσει να δύει και χρειαζόταν κάτι που θα την έφερνε ξανά στη δημοσιότητα. Η Μάρθα, παρά τη δυσαρέσκεια για τη συνέντευξη της μητέρας της, είχε δηλώσει: «Την ξέρω τη μάνα μου. Δεν θα έκανε τίποτε σε βάρος μου, για προσωπικό της όφελος».
Ήταν μια εκπομπή που καθήλωσε το κοινό, σημειώνοντας τηλεθέαση 70%. Το θέμα των ναρκωτικών ήρθε στην πρώτη γραμμή της επικαιρότητας, σε μια περίοδο που γινόταν μονόστηλο. Η Μάρθα επανέλαβε ότι δεν ήξερε τίποτα για τη συνέντευξη της μητέρας της και ότι δεν ήθελε να δημοσιοποιηθεί το πρόβλημά της. «Η μητέρα μου μου έδωσε μια κλοτσιά και με έριξε στον ωκεανό» είχε πει χαρακτηριστικά.
Η αυτοβιογραφία της
Τα τελευταία χρόνια δεύτερο σπίτι της ήταν η θεατρική σκηνή με το όνομά της στην Αθηναΐδα. Μετά την παράσταση της άρεσε να περπατάει στα μισοσκότεινα στενά του Βοτανικού, πίσω από το θέατρό της, μέχρι το Κολωνάκι. Σε έναν από αυτούς τους περιπάτους πρέπει να της γεννήθηκε η ανάγκη για «εξομολόγηση». Τα δύο τελευταία χρόνια υπαγόρευε την αυτοβιογραφία της. Μάλλον απομνημονεύματα, αλλά δεν είχε αποφασίσει ακόμη να τα εκδώσει. Ίσως σύντομα τα δούμε τυπωμένα, κι ας ελπίσουμε στις σελίδες του να αποτυπωθεί εκείνο το πάθος της ορφανής που είναι πάντα έτοιμη να πολεμήσει για όσα αγάπησε και πίστεψε.
Όλα τα νέα, πλούσιο ρεπορτάζ, καθημερινές στιγμές διασήμων και ξεχωριστές στιγμές καθημερινών ανθρώπων στο People, που κυκλοφορεί αυτή την Κυριακή, μαζί με το Πρώτο Θέμα.