
Γιάννης Μετζικώφ: «Ξέρετε τι μπορεί να συγκινήσει έναν καλλιτέχνη; Όλα αυτά που οι άλλοι προσπερνούν»
Έχει ντύσει όλο το ελληνικό θέατρο, από τις Ειρήνη Παππά, Λήδα Τασοπούλου, Ρένη Πιττακή, Μπέττυ Αρβανίτη, Αντιγόνη Βαλάκου, Ζωή Λάσκαρη μέχρι τις νεότερες Φιλαρέτη Κομνηνού και Καρυοφυλλιά Καραμπέτη. Δημιουργίες του έχουν φιλοξενηθεί ως εκθέματα από την Εθνική Πινακοθήκη έως το Μουσείο Πούσκιν στη Μόσχα. Τα κοστούμια του θεωρούνται πλέον σύγχρονα έργα τέχνης, αλλά ο Γιάννης Μετζικώφ δεν έχει χρόνο για να καμαρώνει.
Πάνω στην τραπεζαρία υπάρχουν δύο κομμάτια σπανακόπιτα. Η Καίτη, η σύζυγός του, μόλις την έφτιαξε, με φύλλο χειροποίητο. Ηθοποιοί και σκηνοθέτες έχουν να λένε για τα περιβόητα καλέσματα του Γιάννη Μετζικώφ στο σπίτι του στην Ακρόπολη, αλλά και για τη χρυσοχέρα γυναίκα του. Στο νεοκλασικό του, όλα είναι κάτι παραπάνω από επιμελώς φροντισμένα. Τα βαριά έπιπλα στη σωστή θέση, τα διακοσμητικά αγαλματίδια να δεσπόζουν επιβλητικά στο σαλόνι, χωρίς ίχνος σκόνης πάνω, τα χρώματα τριγύρω τόσο συνταιριασμένα, σαν να βγήκαν από σπάνιο πίνακα ζωγραφικής, ο ίδιος ο Μετζικώφ καθισμένος στην άκρη του τραπεζιού, ευθυτενής, με χέρια σταυρωμένα, να αφηγείται τη σημαντική πορεία της ζωής του. Νιώθεις σαν να έχεις μπει σε κάποιον μυσταγωγικό χώρο με συγκεκριμένους κανόνες που ακολουθούν ακόμη και τα δύο σκυλιά του σπιτιού αφού στέκονται σε στάση προσοχής!
– Πώς είναι να ξυπνάς το πρωί με θέα Ακρόπολη;
«Σου υπενθυμίζει κάποια πράγματα που δεν πρέπει να ξεχνάς. Ότι υπήρχαν αξιοθαύμαστοι πολύ πριν από εμάς, ότι δεν είμαστε εμείς το άλφα και το ωμέγα, ότι η ομορφιά δεν έχει τέλος, ότι το μνημείο αυτό ανήκει στα μέγιστα επιτεύγματα. Ζώντας σε ένα σπίτι που βλέπει τόσο καθαρά την Ακρόπολη, σιγά σιγά τη βάζεις με έναν τρόπο μέσα στην καθημερινότητά σου, αλλά αυτό επί της ουσίας δεν σημαίνει τίποτα. Πάντα θα είναι κάτι που θα σε συγκινεί βαθιά».
Ένας Έλληνας με ρωσικό όνομα
«Μετζικώφ είναι το βαπτιστικό όνομα του πατέρα μου. Γεννήθηκα στην Κρήτη, όπου πριν από καμιά διακοσαριά χρόνια οι Κρητικοί βάπτιζαν τα παιδιά τους με ρωσικά ονόματα, πιστεύοντας ότι οι Ρώσοι και ο Ορλώφ θα έρχονταν να τους ελευθερώσουν. Κάτι που δεν έγινε. Λίγο μετά δούλεψε καλά το μαχαίρι των Τούρκων πάλι. Ολόκληρο το όνομά μου είναι Ιωάννης-Μετζικώφ Παπαδάκης, του Μετζικώφ Παπαδάκη-Μετζικώφ. Τόσα Μετζικώφ… Αποφάσισα να κρατήσω ένα!».
Οι πρώτες μνήμες
«Μεγάλωσα στην Καστέλλα του Πειραιά. Πέντε χρόνων παιδί έβλεπα την πόλη να κατεδαφίζεται. Όλο αυτό είναι τόσο ζωντανό στο μυαλό μου. Έδεναν με σκοινιά τα αγάλματα και τα τραβούσαν από τα αετώματα και τις στέγες των σπιτιών. Έζησα τον εφιάλτη, η πόλη να χάνεται και οι ελεεινές πολυκατοικίες να υψώνονται. Μέναμε σε ένα χαμηλό σπίτι, με τα ταβάνια στολισμένα και τη γιαγιά μου να κάθεται σε μια αυλή γεμάτη γαρδένιες. Γύρω μας θεόρατες πολυκατοικίες μάς είχαν πνίξει, μέχρι που γκρεμίστηκε και το σπιτάκι μας, γιατί ήταν με ενοίκιο, και η εικόνα χάθηκε τελείως. Αυτές οι απώλειες έχουν έναν συναισθηματικό αντίκτυπο στην τέχνη μου. Το διήγημα γίνεται μελαγχολικό. Γιατί μέσα σε αυτόν τον κόσμο που χάθηκε αναπόφευκτα τοποθετείς και τις λατρεμένες μορφές που επίσης δεν υπάρχουν πια. Όταν ταξιδεύω στην Ιταλία, επισκέπτομαι σπίτια φίλων με ωραίους κήπους που διατήρησαν από τους παππούδες τους και σκέφτομαι “Θεέ μου, αυτοί οι άνθρωποι πώς κατάφεραν και κράτησαν έναν κόσμο αναλλοίωτο;”. Τα χωριά της Ιταλίας είναι σαν κουτιά με κοσμήματα. Οι Ιταλοί σεβάστηκαν την κουλτούρα τους, δεν ξέρω τι μας πιάνει εμάς τους Έλληνες να θέλουμε να σβήσουμε τις μνήμες μας».
Beauty killed the beast
«Βρισκόμαστε σε ένα πλαίσιο διαρκούς διαμαρτυρίας: “Τι άσχημη που είναι η Αθήνα”, “Σε τι βρόμικη πόλη ζούμε” κ.ο.κ. Η διαμαρτυρία έχει γίνει πετσί της καθημερινότητάς μας. Όμως η πόλη δεν είναι τα τούβλα. Η πόλη είμαστε εμείς. Και όταν εμείς κατοικούμε σε ένα πανέμορφο εσωτερικό σπιτιού και βγαίνοντας έξω φτύνουμε ή πετάμε κάτω τα σκουπίδια μας, δείχνουμε ότι δεν έχουμε συνείδηση πολίτη. Κακώς ψάχνουμε για καλό δήμαρχο. Κανένας δήμαρχος δεν θα εκπληρώσει την ανοησία του να μη νιώθουμε υπεύθυνοι για τον τόπο που ζούμε. Υπάρχουν άνθρωποι που εκφράζονται με έναν τελείως απαξιωτικό τρόπο για την Αθήνα. Λένε για παράδειγμα “η τσιμεντούπολη”. Μα, εσύ την έχτισες. Εσύ την περπατάς. Εσύ τη φτύνεις. Εσύ την ομορφαίνεις ή την ασχημαίνεις. Με πόσα κουβαδάκια να τρέξει ένας δήμαρχος αν ο πολίτης έχει μάθει να μετατρέπει την πόλη αυτή σε τριτοκοσμική; Για εμάς τους καλλιτέχνες, το θέμα της ομορφιάς είναι μια ιδεολογία, η οποία δεν μοιάζει με την ιδεολογία των άλλων ανθρώπων. Δεν θεωρούμε την ομορφιά απόκοσμη ή μακρινή, κάτι που πρέπει να χρυσοπληρώσουμε. Η ομορφιά δεν έχει να κάνει μόνο με τα καλλυντικά, την haute couture και τα πανάκριβα υφάσματα. Όμορφο είναι το ότι στάθηκα και έκοψα ένα γιασεμί και το κράτησα για λίγο στη χούφτα μου σήμερα το πρωί. Όμορφο είναι που με θυμήθηκε μια φίλη και μιλήσαμε στο τηλέφωνο. Όμορφος είναι ο καφές που σου έφερε η μάνα σου και σε χάιδεψε στο κεφάλι και ξαναγύρισε στην κουζίνα της. Η ομορφιά είναι μεγάλο κεφάλαιο της αγάπης. Ξέρετε τι μπορεί να συγκινήσει έναν καλλιτέχνη; Όλα αυτά που οι άλλοι προσπερνούν».
Από τη ζωγραφική στη σκηνογραφία
«Είμαι ζωγράφος. Μαθητής του Μόραλη. Στην πορεία της ζωής μου πήγα λιγάκι στην άκρη τη ζωγραφική, γιατί με καταγοήτευσε η σκηνογραφία. Είμαι ένας παραστρατημένος καλλιτέχνης. Αλλά πώς θα μπορούσα να αντισταθώ σε αυτό το πράγμα που λέγεται θέατρο; Ένα έργο τέχνης που παράγεται από τόσο διαφορετικών ειδικοτήτων καλλιτέχνες. Όλοι μαζί, σκυμμένοι πάνω στο ίδιο αντικείμενο. Το οποίο αντικείμενο μου ανήκει όσο ανήκει και στον άλλον. Είναι κάτι ερωτικό αυτό, είναι μια αδελφοσύνη. Έχει μεγάλη φιλοφρόνηση το θέατρο. Έρχονται και σου μιλάνε, σου πιάνουν τα χέρια και βλέπεις ακόμα νωπή την υγρασία στα μάτια τους, πέντε λεπτά πριν παρακολουθούσαν την παράσταση και τους συγκίνησες κι εσύ με το έργο σου. Σε χειροκροτούν 10.000 άνθρωποι στα Επιδαύρια, μπορεί ένας ζωγράφος να γεμίσει έναν τέτοιον χώρο; Είναι πιο ελιτίστικη η εργασία του. Ίσως αυτή είναι η αιτία που παραστράτησα από τη ζωγραφική. Αλλά συνεχίζει να λειτουργεί μέσα μου καταλυτικά. Ό,τι κάνω το βλέπω εικαστικά. Θυμάμαι κάποτε ο σκηνοθέτης μιας παράστασης του ΚΘΒΕ μου ζητούσε επίμονα να κάνω κάτι κακόγουστο. Με τα ρούχα, τα παρδαλά πουκάμισα, τις αγκράφες, τα μίνι και τις καμπάνες. Η παράσταση περιέγραφε μια ιστορία του 1970, και προφανώς ο σκηνοθέτης δεν αγαπούσε αυτή τη δεκαετία και επίτηδες ήθελε να δημιουργήσει μια εικόνα που να σου γδέρνει την ψυχή. Δυσκολεύτηκα πάρα πολύ. Ένιωθα ότι έβγαινα από τη γραφή μου. Κάθε φορά που έκανα κάτι καλό έπρεπε μετά να γυρίζω πάλι πίσω και να το ασχημαίνω. Ξέρετε, όλοι οι καλλιτέχνες έχουμε μια γραφή. Δεν μπορείς να βάλεις έναν καλλιτέχνη να σου κάνει τα πάντα. Θα κινηθεί σε ένα συγκεκριμένο πλαίσιο, ανάλογο με τη γραφή του».
Ιστορίες από το θέατρο
«Έχω ερωτική σχέση με τη διαδικασία κατασκευής ενός κοστουμιού, μιας μάσκας ή ενός σκηνικού. Κάν’ το ωραίο. Πιο ωραίο ακόμη. Πιο πολύ. Κι άλλο. Αχ, όχι τόσο πολύ. Ας γυρίσουμε πάλι λίγο πίσω. Αυτές τις διαδικασίες θα τις έλεγα διαδικασίες καρδιάς, με φέρνουν πάρα πολύ κοντά στο αποτέλεσμα που αγωνιώ να πετύχω. Από μικρό παιδί με εντυπωσίαζε η μεταφυσική θέση της σκηνογραφίας. Και το ίδιο το θέατρο, που διατηρεί μια μαγεία. Βλέπεις τον ηθοποιό μετά την παράσταση να φοράει το τζιν του και να φεύγει και λες “Μα είναι αυτός;”. Μου είχε πει κάποτε η Ειρήνη Παππά πως όταν περπατούσε στους δρόμους του Καΐρου τής έριχναν άγριες, περιφρονητικές ματιές γιατί είχε υποδυθεί προηγουμένως τη Hid, τη θρησκευτική μορφή μιας κακιάς γυναίκας. Ολόκληρη η πόλη την αναγνώριζε και της έριχνε ματιές δυσαρέσκειας, και όχι επειδή δεν εκτιμούσαν τη μεγάλη ηθοποιό. Συμβαίνει συχνά να σε αγαπήσει ο κόσμος γιατί μέσα από τον ρόλο μίλησες στην καρδιά του. Και το αντίθετο».

Οι λαμπερές πρωταγωνίστριες
«Δεν νιώθω ότι έχω καμιά ιδιαίτερη ιστορία πίσω μου ή ότι έχω καταφέρει κάτι αξιοθαύμαστο. Νιώθω ένας ανάμεσα σε αυτούς που αγαπούν το θέατρο. Μου έχει δώσει μεγάλες χαρές και λυπάμαι που μεγαλώνω και κουράζομαι εύκολα. Κάποτε πετούσα κυριολεκτικά. Μπορούσα να κατεβάσω ένα σύννεφο. Είναι αλήθεια ότι έχω συνεργαστεί με πολλούς. Θα αδικούσα όμως πολύ κόσμο αν έλεγα ποιους ξεχώρισα μέσα στα χρόνια. Δεν μπορώ, παρ’ όλα αυτά, να μην αναφέρω την αγάπη που είχα σε αυτόν τον διανοούμενο σκηνοθέτη που λεγόταν Μίνως Βολανάκης ή την αδυναμία μου στον δάσκαλό μου, τον άνθρωπο που με έβγαλε στο θέατρο, τον Γιώργο Μιχαηλίδη. Και, βέβαια, δεν ξεχνώ τον Εύη Γαβριηλίδη, από τον Θεατρικό Οργανισμό Κύπρου, ο οποίος έλεγε παντού: “Του ζητάω κάτι μικρό και μου φέρνει κάτι μεγαλύτερο”. Όλοι, σκηνοθέτες και ηθοποιοί, έχουν αφήσει στη ζωή μου μια όμορφη στιγμή. Όσο για τις λαμπερές, όπως αναφέρατε, πρωταγωνίστριες, την ώρα του μαθήματος –γιατί το θέατρο είναι μάθημα– κάθονταν ήρεμες και ταπεινές. Αυτές που απαιτούν, ζητούν διάφορα περίεργα, διαφωνούν, έχουν άποψη και κάνουν πράγματα που δεν συνάδουν με το θεατρικό ύφος είναι οι λιγότερο ενδιαφέρουσες ηθοποιοί. Και, ευτυχώς, οι ανουσιότητες και οι αντιδράσεις δεν φτάνουν πια μέχρι τα αυτιά μου. Εγώ ξέρω ότι ο σπουδαίος καλλιτέχνης είναι ταπεινός. Για παράδειγμα, η Kathryn Hunter, με την οποία συνεργαζόμαστε τώρα για τον Προμηθέα Δεσμώτη στην Επίδαυρο, κάθεται σαν μικρό, ήρεμο παιδί που περιμένει να του βάλω τα ρούχα, με μια αφοπλιστική ταπεινότητα και εμπιστοσύνη σε αυτό που της προτείνω, και αυτό είναι χαρακτηριστικό των ανθρώπων που έχουν μεγάλες πορείες».
Η μάχη με τον καρκίνο
«Σε μια πρόσφατη περιπέτεια υγείας, μου δόθηκε η ευκαιρία να επαναξιολογήσω πολλά πράγματα. Είναι μαγικό το να ξυπνάς το πρωί και να μπαίνει αυτός ο κρουνός φωτός και να σε προλαβαίνει ακόμα στα ξέστρωτα κρεβάτια και να σου χαρίζει άλλη μια μέρα. Αυτή η περιπέτεια ανήκει πλέον στο παρελθόν. Ήρθε και με βρήκε αιφνίδια, για να μου υπενθυμίσει ότι πρέπει να στεκόμαστε με μεγαλύτερη σοβαρότητα στο δώρο που λέγεται “ζωή”, γιατί μόνο ως δώρο μπορεί να εκληφθεί. Και να είμαστε ευγνώμονες. Τι ιερή λέξη αυτή!».
Όταν πέφτει η αυλαία
«Μέσα στο πέρασμα του χρόνου χάθηκαν πολλά κοστούμια μου, και καλώς χάθηκαν. Σάματι αυτά που υπάρχουν δεν είναι μέσα στην εγκατάλειψη στα βεστιάρια των θεάτρων; Ποιος στ’ αλήθεια νοιάζεται γι’ αυτά; Εδώ χάθηκαν θησαυροί ολόκληροι, σπουδαία έργα τέχνης, που η θέση τους έπρεπε να είναι μέσα στα μουσεία. Τα ασήμαντα δικά μου θα αντισταθούν στη φθορά; Μήπως και η ίδια η ζωή δεν χάνεται; Σαν μια θεατρική παράσταση κι αυτή. Τα φώτα σβήνουν, η αυλαία κλείνει, ο ηθοποιός ντεμακιγιάρεται, το άδειο ρούχο δεν είναι πια η Μαρία Στιούαρτ, κρεμιέται με ένα καρφί στον τοίχο και όλα τελείωσαν. Αύριο θα είναι μια άλλη παράσταση».
*Ο Γιάννης Μετζικώφ έχει αναλάβει τα κοστούμια της παράστασης Προμηθέας Δεσμώτης του Αισχύλου, που θα ανέβει στις 9 & 10 Αυγούστου στην Επίδαυρο.
Πηγή: People
The post Γιάννης Μετζικώφ: «Ξέρετε τι μπορεί να συγκινήσει έναν καλλιτέχνη; Όλα αυτά που οι άλλοι προσπερνούν» appeared first on Peoplegreece.com.