Το αξέχαστο καλοκαίρι μου / Σίσσυ Τουμάση: «Αυτό το καλοκαίρι εγώ το ζω φέτος»

Το αγαπημένο καλοκαίρι ξεκίνησε με σοβαρές ενδείξεις που προμήνυαν ότι μάλλον πρόκειται να είναι το χειρότερο της δεκαετίας. Θα μιλήσω για ένα καλοκαίρι που κουβαλούσε στην πλάτη του, δυο χρόνια χωρίς ξεγνοιασιά, θάλασσες και καλαμαράκια, αλλά Αθήνα με υποχρεώσεις και καύσωνα. Ένα καλοκαίρι που είχε ανάγκη να είναι καλοκαίρι. Κι εκεί που οι δουλειές τελείωναν και είπα πως ήρθε η στιγμή να οργανωθώ για την εξόρμηση, τα χτυπήματα ήρθαν απανωτά. Χωρισμός. Μετακόμιση (γιατί ήταν και σχέση με συγκατοίκηση).Θάνατος της αγαπημένης μου γάτας, Ψιψινέλ.

Συγχρόνως επαγγελματικές υποχρεώσεις να επιμηκύνουν τη διάρκειά τους χωρίς σαφές χρονικό πλαίσιο. Δεν επρόκειτο πλέον για σημάδια αλλά για ατράνταχτα γεγονότα-αποδείξεις που έδειχναν ξεκάθαρα ότι ένα καλοκαιρινό φιάσκο καραδοκούσε.

Δεν ήμουν όμως, διατεθειμένη να το αποδεχτώ αλλά μόνο να αντισταθώ. Βρήκα σπίτι και κυριολεκτικά πέταξα τα πράγματά μου μέσα χωρίς να φτιάξω τίποτα. Έκανα την κηδεία της γάτας μου, πέταξα πέντε ρούχα και βιβλία μέσα σε μια τσάντα κι έφυγα.

Λίγες μέρες αργότερα βρέθηκα στη Φολέγανδρο. Έμενα σε κάτι σπιτάκια χωρίς ρεύμα, με λυχνίες και κεράκια πάνω σε μια παραλία. Ξυπνούσα το πρωί, έκανα τη βουτιά μου στη θάλασσα, έφτιαχνα μια κούπα ελληνικό καφέ στο γκαζάκι και βουτούσα μπισκότα μέσα, κοιτάζοντας τα βράχια. Το νησί αυτό είχε κάτι που είχα πραγματικά ανάγκη. Ησυχία. Όλοι μιλούσαν χαμηλόφωνα. Σαν όλοι να είχαν κατανόηση για κάτι. Σαν όλοι να ‘θελαν να αποτινάξουν κάτι από πάνω τους. Στα αυτιάσου επικρατούσε ο ήχος του αέρα και των κυμάτων.

Όλη μου η μέρα ήταν μια σιωπή στη θάλασσα σαν ένα είδος ψυχοθεραπείας και το βράδυ έτρωγα δίχως αύριο καταπληκτικά φαγητά. (Ερωτεύτηκα βαθιά την ματσάτα, το παραδοσιακό τους ζυμαρικό).

View this post on Instagram

S for spaghetti 🍝my true love #pasta #pastalover #cyclades

A post shared by Sissy Toumasi (@sissy.toumasi) on Jul 29, 2019 at 11:14am PDT

Επέστρεφα στο δωμάτιο από το μονοπατάκι και υπήρχα μόνο εγώ και ένας ουρανός γεμάτος αστέρια. Περπάτησα στα μονοπάτια και βρέθηκα στο τίποτα με τον ήλιο να με καίει και τα ξερόκλαδα να μου γδέρνουν τα πόδια στην ανάβαση. Οι γρατζουνιές στα πόδια σημαίνουν για ‘μένα καλοκαίρι. Σε ένα μονοπάτι έχασα τα σημάδια, έχασα τον δρόμο μου. Ήπια λίγο νερό, οργανώθηκα ξανά και βρήκα τη διαδρομή που έπρεπε να ακολουθήσω.

Το μονοπάτι με οδήγησε σε μια παραδεισένια παραλία με σκιερά αλμυρίκια, βράχια σμιλεμένα από το κύμα σαν γλυπτά και έναν ήλιο να τα λούζει και να τα κάνει να φαίνονται σαν να είναι φτιαγμένα από χρυσόσκονη. Αγαπώ τα μονοπάτια γιατί νιώθω ότι έτσι γνωρίζω έναν τόπο. Περπατώντας τον και ειδικά εκεί που δεν περπατούν οι πολλοί. Ανέβαινα και σε στιγμές που κοιτούσα γύρω μου για κάποιο λόγο ένιωθα σαν να βλέπω τα τοπία του Death Valley στο “Zabriskie Point” του Antonioni.

Το νησί είχε ανοίξει την αγκαλιά του κι εγώ είχα πέσει μέσα της. Άφησα εκεί όλη την ένταση, την κούραση και τη μόλυνση της πόλης και του τρόπου ζωής μου. Όλα μέσα μου ξεκαθάρισαν. Κοίταξα ένα πρωί στον καθρέπτη και το βλέμμα μου ήταν άλλο. Ήταν ανοιχτό, έτοιμο να ρουφήξει την ομορφιά του κόσμου. Τότε ένιωσα πως όλα είναι εδώ. Και το καλοκαίρι ήταν εδώ. Ήταν μέσα μου κι εγώ μέσα του.

Πήρα ένα καράβι και ταξίδεψα απέναντι στη Σίκινο. Ένα υπέροχο νησάκι που με κέρδισε με το που πάτησα το πόδι μου. Αυθεντικό και απλό. Έχει κρατήσει τον χαρακτήρα του και δεν έχει ξεπουλήσει την ταυτότητά του στον τουρισμό.

Το πρώτο βράδυ που έφτασα, έμαθα για ένα πανηγύρι που γίνεται στον ναό του Αγίου Παντελεήμονα. Μου είπαν είναι μια ώρα μονοπάτι, μόνο έτσι πας. Πήρα τον φακό μου και ξεκίνησα. Δεν έβλεπα τίποτα μόνο τα βήματά μου. Φεγγάρι δεν υπήρχε οπότε μαύρος ουρανός, μαύρη θάλασσα, μαύρα βουνά. Ήταν σαν να βαδίζω στο διάστημα αλλά με βαρύτητα. Ξαφνικά είδα φως μέσα στο τίποτα κι άκουσα φωνές ανθρώπων. Βεβαιώθηκα πως δεν είχα χάσει τον δρόμο μου και συνέχισα.

Έφτασα σε ένα μικρό ξωκλήσι στη μέση του πουθενά. Λίγοι άνθρωποι μαζεμένοι γι΄αυτό  που έχουμε στον νου μας ως πανηγύρι. Μα ήταν ακριβώς όσοι έπρεπε. Μπήκα σε ένα δωμάτιο και δυο κύριες μου έδωσαν ένα πιάτο με μακαρόνια και κρέας με κόκκινη σάλτσα. Ήταν από τα πιο όμορφα φαγητά που είχα φάει στη ζωή μου. Το κρασί άφθονο. Ο παππάς της εκκλησίας αποδείχτηκε μεγάλος οργανοπαίκτης, τραγουδιστής και γερό ποτήρι. Όλοι οι ντόπιοι είχαν κάτι καθαρό και βαθιά αγνό που με συγκίνησε. Οι παππούδες κι οι γιαγιάδες είχαν γίνει παιδιά και χόρευαν δίχως αύριο. Ήταν μαγικό αυτό το βράδυ. Έτσι με υποδέχθηκε το νησί. Κι έμεινα εκεί χωρίς να ξέρω για πόσο. Χωρίς να ξέρω που θα πάω μετά.

Οι περιπέτειες αυτού του καλοκαιριού δεν τελείωσαν ποτέ. Ή μάλλον δεν τελείωσαν ακόμα. Γιατί το καλοκαίρι για το οποίο μιλάω είναι το φετινό κι έχει ακόμα δρόμο. Εύχομαι σε όλους μας τέτοια καλοκαίρια που δεν τα περιμένουμε, που μας έρχονται από το πουθενά, που μας γεμίζουν την ψυχή, μας καθαρίζουν το βλέμμα και μας κάνουν να ξυπνάμε ερωτευμένοι!

The post Το αξέχαστο καλοκαίρι μου / Σίσσυ Τουμάση: «Αυτό το καλοκαίρι εγώ το ζω φέτος» appeared first on Peoplegreece.com.



πηγή