Δημήτρης Λυμπερόπουλος: Ο Έλληνας ρεπόρτερ που αγάπησε ο Ωνάσης

Δημοσιογράφος, βιογράφος, κοσμοπολίτης. «Γνώρισα διασημότητες, που μόνο ως ρεπόρτερ θα μπορούσα να πλησιάσω. Κάποιες όπως ο Αριστοτέλης Ωνάσης, η Μαρία Κάλλας, ο Μάνος Χατζιδάκις, η Μελίνα Μερκούρη, ο Τέλης Σαβάλας, με τίμησαν με τη φιλία τους… Υπήρξα ένας ρεπόρτερ που κωπηλάτησε σε ήρεμες θάλασσες με γοργόνες και δελφίνια, αλλά και σε επικίνδυνα περάσματα με πιράχνας και σε αγριεμένους ωκεανούς με καρχαρίες…».

Από το δωμάτιο «501» του ιδιωτικού θεραπευτηρίου που νοσηλευόταν τον τελευταίο μήνα με κάταγμα ισχίου έκανε στο facebook την εξής ανάρτηση: «Ξυπνάω και πετάω σαν πουλάκι… Σας ευχαριστώ όλες και όλους για τις ευχές και το ενδιαφέρον σας. Θα ξεκουραστώ ακόμη για λίγο και θα συνεχίσω τα φτερουγίσματα». Αυτή έμελλε να είναι η τελευταία φορά που θα μαθαίναμε νέα του. Λίγες εβδομάδες μετά, ο Δημήτρης Λυμπερόπουλος πέταξε για τη γειτονιά των Αγγέλων. Ήταν 95 χρονών και είχε ζήσει μια συναρπαστική ζωή.

Ένας μάχιμος ρεπόρτερ

Αρχές της δεκαετίας του ΄50 ξεκινά να γράφει στην «Αθλητική Ηχώ». Είναι πιτσιρικάς και δείχνει παθιασμένος με τα πάντα. Οι «από πάνω» δεν θυμούνται το όνομά του, τον φωνάζουν «ο ψηλός». Ο «ψηλός» που γρήγορα απέδειξε ότι κάνει για τη δουλειά. Ήδη από τον πρώτο χρόνο κατάφερε να εξασφαλίσει συνεντεύξεις από ηχηρά ονόματα όπως τον Γάλλο καλλιτέχνη Μορίς Σεβαλιέ στην Αλεξάνδρεια. Τα ταξίδια ήταν ανέκαθεν το καλύτερό του. Αρκεί να γυρνούσε πίσω με την είδηση. Τον Σεπτέμβριο του ΄59 δεν υπάρχει δημοσιογράφος που να μην κυνηγά την είδηση των ημερών: η παντρεμένη τότε, Μαρία Κάλλας βρίσκεται ινκόγκνιτο στη θαλαμηγό «Χριστίνα» του Αριστοτέλη Ωνάση. Καταφέρνει -άγνωστο πως- να εξασφαλίσει συνέντευξη από τον Έλληνα κροίσο πάνω στη θαλαμηγό. Πλέον, όλοι τον ξέρουν με το όνομά του: «Δημήτρης Λυμπερόπουλος, ο μάχιμος ρεπόρτερ». Για την ιστορία, η συνέντευξη δημοσιεύεται στην εφημερίδα Έθνος.

Ο βιογράφος Ωνάση – Νιάρχου

Ο κοσμικογράφος Ζάχος Χατζηφωτίου μαθαίνει από το τηλέφωνο τα δυσάρεστα: «έφυγε κι ο Δημητράκης; Καλό παιδί και καλός δημοσιογράφος. Δεν πείραξε ποτέ κανέναν. Συναντιόμασταν παλιά στα κοσμικά τραπέζια και τον πείραζα: “τι γίνεται, πώς πάει το ταμείο;”. “Καλά”, απαντούσε γελώντας. Τον έκανε κέφι ο Ωνάσης γιατί έλεγε αστεία. Ο Νιάρχος ήταν πιο βαρύς».

Ο Δημήτρης Λυμπερόπουλος έγραψε 15 βιβλία μεταξύ αυτών τη βιογραφία του Αριστοτέλη Ωνάση και του Σταύρου Νιάρχου. Και κάποια μυθιστορήματα. Για τον δεύτερο θα πει μέσα στις σελίδες της βιογραφίας του «ο Νιάρχος ήταν μεγαλοφυής, άπληστος, μανιακός». Για τον Ωνάση πάλι, έχει να διηγηθεί ιστορίες από αυτές που χαίρεσαι να διαβάζεις. Ακολουθεί μια ενδεικτική του «καζανόβα» Ωνάση:

«ο Ωνάσης προσπαθούσε να με μυήσει στο ουίσκι αλλά δεν το γούσταρα. Το ΄πινε γουλιά – γουλιά και του άρεσε η κουβεντούλα. Με είχε ρωτήσει ακόμη και αν διαβάζω βιβλία ή αν πηγαίνω σινεμά. Εγώ πάσχιζα να μάθω για τις μεγάλες star που είχε γνωρίσει, το ΄φερνα γύρω – γύρω για τις διάσημες την εποχή του πολέμου που πηγαινοερχόταν Μανχάταν – Χόλιγουντ. Εκείνος χαμογελούσε: “Δημητράκη, όταν σβήσει το φως, όλες ίδιες είναι…”».

Και άλλη μία του «γλεντζέ» Ωνάση που σε βραδινή συνάντησή τους του είχε εξομολογηθεί πως “δυστυχώς, δεν μπορώ να δοθώ στο γλέντι όπως όλοι οι άνθρωποι γιατί βρίσκομαι υπό την παρακολούθηση και την περιέργεια των θαμώνων αλλά και τη βορά των παπαράτσι. Καμιά φορά, θέλω να σηκωθώ και να φέρω μια ζεϊμπεκιά, αλλά συγκρατούμαι…”».

Με τον Αριστοτέλη Ωνάση
«Ο φίλος μου ο Δημητράκης»

Ήταν ο άνθρωπος που θα τον συναντούσες τη μια μέρα σε ένα απόμερο ταβερνάκι του Πειραιά και την επομένη στα κοσμικά parties περιτριγυρισμένο από την Αλίκη, τη Μελίνα, τη Τζένη. Καλοί του φίλοι τις χρυσές δεκαετίες ήταν επίσης ο Μάνος Χατζιδάκις που τον φώναζε χαϊδευτικά “ρέμπελο”, ο Νουρέγιεφ και φυσικά η Κάλλας και αργότερα η Τζάκι.

Με τη Μελίνα Μερκούρη
Με την Τζάκι Κένεντι Ωνάση

Τα τελευταία χρόνια είχε αποσυρθεί στο πατρικό του σπίτι στο Παλαιό Φάληρο. Αγαπημένη του ασχολία να γράφει στο facebook ιστορίες από τα παλιά. Η επιστήθια φίλη του και αδερφή της Κορίνας Τσοπέη, Μπετίνα, μιλά στο People για τον άνθρωπο πίσω από τον κοσμικογράφο. Αλλά και τις τελευταίες του μέρες πριν αποχαιρετήσει αυτόν τον μάταιο κόσμο.

«Ανήσυχο πνεύμα, φοβερή πένα, μοναχικός άνθρωπος. Δεν παντρεύτηκε ποτέ, δεν έκανε οικογένεια. Ούτε αδέρφια είχε καθώς ήταν μοναχοπαίδι. Κάτι μακρινούς συγγενείς μόνο σε Αυστραλία και Αμερική. Τον πρωτογνώρισα το 1964 όταν ήρθε στο σπίτι μας να πάρει μια συνέντευξη στην αδερφή μου. Έκτοτε, παραμείναμε φίλοι. Αν ο Δημήτρης δεν είχε αυτό το φοβερό πάθος, να παίζει στον ιππόδρομο, θα είχε σήμερα μεγάλη περιουσία αλλά έχασε όλα του τα χρήματα εκεί. Τρία ακίνητα του έμειναν -δυο διαμερίσματα και ένα μαγαζί- τα οποία έγραψε στην κυρία από τις Φιλιππίνες που τον φρόντιζε τα τελευταία χρόνια. Της τα έκανε δώρο.

Θυμάμαι χαρακτηριστικά αρκετές δεκαετίες πίσω, να του έχει δώσει χρήματα ο παραγωγός Σπύρος Σκούρας για να πάρει το αεροπλάνο και να παρευρεθεί στον γάμο της αδερφής μου στο Λος Άντζελες και ο αθεόφοβος τα έφαγε στον ιππόδρομο. “Να μην ταΐσω τα αλογάκια;”, έλεγε. Είχε πολύ χιούμορ ο Δημήτρης, ήταν η ψυχή της παρέας γι΄ αυτό και τον ήθελαν δίπλα τους όλοι αυτοί οι σπουδαίοι άνδρες που συναναστράφηκε. “Μπετίνα, έτσι και αλλιώς μόνος μου είμαι, ούτε παιδιά έχω ούτε σκυλιά. Το ξέρεις το πάθος μου, άσε με”, μου ΄λεγε καμιά φορά στο τηλέφωνο.

Μέχρι την τελευταία στιγμή τα είχε τετρακόσια. Αστειευόταν, έλεγε ανέκδοτα στις νοσοκόμες. Μια μέρα πριν πεθάνει είχαμε μιλήσει στο τηλέφωνο. Παραπονιόταν πως δεν αισθάνεται καθόλου καλά. Την επομένη έμαθα ότι “έφυγε”. Ήθελε να φύγει, είχε πια κουραστεί. Υπήρχαν φορές που μου παραπονιόταν “γιατί να ζω ακόμη, βρε Μπετίνα μου; Γιατί δεν με παίρνει;”. Απέφευγε να βγαίνει από το σπίτι. Καθόταν όλη μέρα στο κρεβάτι με ένα τάμπλετ.

Αυτό που αναρωτιόμαστε όλοι τώρα, είναι τι θα απογίνει το αρχείο του. Είχε ένα τεράστιο αρχείο. Έμπαινες σπίτι του και έβλεπες παντού φωτογραφίες και αποκόμματα εφημερίδων σκορπισμένα. Ούτε την κυρία που τον πρόσεχε δεν άφηνε να του τα συμμαζέψει. Είχαν κάνει ομηρικούς καυγάδες γι΄ αυτό το θέμα. Τον θυμάμαι να της λέει “μην σε δω να πετάς χαρτί ή να ξεσκονίζεις το αρχείο μου”. Μου είχε πει πάντως, πως επιθυμία του ήταν το αρχείο να μεταφερθεί μετά θάνατον στην ΕΣΗΕΑ, από την οποία είχε βραβευθεί κιόλας ως δημοσιογράφος».

Εκείνοι οι ελάχιστοι, μετρημένοι στα δάχτυλα φίλοι που τον γνώριζαν καλά συμφωνούν στο ότι έφυγε χορτασμένος. Γεύτηκε στο ζενίθ τα πάντα: επιτυχίες, λάμψη, δόξα και stars πολλών καρατίων. Οι ίδιοι ελάχιστοι παρευρέθηκαν την περασμένη Πέμπτη στην κηδεία του στο κοιμητήριο Παλαιού Φαλήρου για το τελευταίο αντίο. Μια εξόδιος ακολουθία που άργησε να τελεστεί λόγω της απουσίας συγγενών να αναγνωρίσουν τη σορό του στο νεκροτομείο. Η κηδεία έγινε τελικά, με πρωτοβουλία και έξοδα της ΕΣΗΕΑ. Ο επίλογος δικός του. «Δεν μετανιώνω για τίποτα. Έζησα όπως ήθελα».

Με τις αδελφές Τσοπέη στο σπίτι του
στο Παλαιό Φάληρο
Πηγή: People

 

The post Δημήτρης Λυμπερόπουλος: Ο Έλληνας ρεπόρτερ που αγάπησε ο Ωνάσης appeared first on Peoplegreece.com.

πηγή