Ανήλικοι φυγάδες

Τι κάνει ένα 15χρονο να το σκάει από το σπίτι; Οι πραγματικές αναφορές παιδιών και η ανάλυση των αιτιών από τους ειδικούς.


Στην έκτη δημοτικού με δυο φίλους κανονίζαμε να προτείνουμε σε τρεις συμμαθήτριές μας να πάμε βόλτα κάποιο Σάββατο. Σινεμά, μετά φαστφουντάδικο και το πολύ στις 10 θα ήμασταν σπίτι. Το σχεδιάζαμε κάνα μήνα και στο μυαλό μας τα είχαμε φτιάξει ήδη μαζί τους, αλλά όταν το είπα στη μάνα μου, το ξέκοψε: να το ξεχάσω, ήμουν πολύ μικρός. Ήταν μια μεγάλη απογοήτευση, δεν το καταλάβαινα καθόλου, αν και τώρα που το σκέφτομαι ούτε κι εγώ θα με άφηνα. Αυτός δεν είναι λόγος ένα παιδί να φύγει από το σπίτι του. Υπάρχουν, όμως, πολλοί άλλοι λόγοι και το πρώτο εξάμηνο του 2016 το Χαμόγελο του Παιδιού κατέγραψε 69 φυγές παιδιών ηλικίας 14 έως 18, στην πλειονότητά τους κορίτσια.

«Είμαι παιδί 14 χρονών και περνάω μια δύσκολη εφηβεία… Οι γονείς μου είναι χωρισμένοι, η μητέρα μου προσπαθεί να ξαναφτιάξει τη ζωή της, ο πατέρας μου την κακολογεί και λέει διάφορα που εμένα με κάνουν κομμάτια… Δεν αντέχω άλλο, θέλω να φύγω, να εξαφανιστώ από όλους και από όλα ή να πεθάνω, δεν αντέχω άλλο αυτή τη ζωή μου… Απαντήστε μου σύντομα παρακαλώ, γιατί ίσως κάνω καμία τρέλα» – Μαρία, 14 (απόσπασμα αναφοράς στο Συνήγορο του Παιδιού, www.0-18.gr)

«Το 99% των παιδιών που φεύγουν, γυρνάνε σπίτι εντός μερικών ημερών, το πολύ σε ένα μήνα» λέει ο Χρήστος Φουσιάνης, ψυχολόγος της Εθνικής Γραμμής SOS 1056 του Χαμόγελου του Παιδιού, αλλά και της Πανευρωπαϊκής Γραμμής 116000 για τα εξαφανισμένα παιδιά. «Υπάρχουν κάποιοι βασικοί παράγοντες επικινδυνότητας, που θα μπορούσαν να κάνουν ένα παιδί να σκεφτεί να φύγει από το σπίτι του ή και να το κάνει» αναφέρει ο κ. Φουσιάνης. «Ένας είναι ο αυταρχικός τρόπος διαπαιδαγώγησης. Όχι ο αυστηρός, ο αυταρχικός. Αυτός δηλαδή που ασκεί ψυχολογική και σωματική βία και δεν αφήνει κανένα περιθώριο διαλλακτικότητας. Είναι η περίπτωση του γονιού που απλά βάζει όρια χωρίς να υπολογίζει τις ανάγκες του παιδιού και χωρίς να τις συζητά μαζί του».

«Ένας άλλος παράγοντας, που φαίνεται πως επηρεάζει περισσότερο τα κορίτσια, είναι η συναισθηματική αποξένωση. Μπορεί το παιδί να έχει θυμό ή θλίψη για κάτι που του συνέβη στο σχολείο ή στο σπίτι και, ίσως λόγω των ψυχρών συναισθηματικά γονέων, να μην αισθάνεται την άνεση να το κουβεντιάσει». 

«Σημαντικός είναι και ο παράγοντας της απορριπτικής διάθεσης. Ο γονιός κρατά μια απορριπτική στάση απέναντι στο παιδί εξαιτίας κάποιου “λάθους” του ή κάποιας στάσης του, που μπορεί για παράδειγμα να είναι οι χαμηλές επιδόσεις στα μαθήματα. Δηλαδή, στην ουσία, αντί να καταδεικνύει μια συγκεκριμένη αρνητική συμπεριφορά ή στάση του παιδιού, αντίθετα, λόγω αυτής, απορρίπτει ολοκληρωτικά την προσωπικότητα του παιδιού». 

«Ο τέταρτος παράγοντας είναι η ασυνεπής διαπαιδαγώγηση. Μπορεί ο ένας γονιός να προσπαθεί να βάλει όρια και ο άλλος να είναι ανταγωνιστικός ή αντίθετος. Αυτή η κατάσταση δημιουργεί στο παιδί μια σύγχυση και την αίσθηση ότι η οικογένεια είναι ασύνδετη, με αποτέλεσμα το παιδί να μην αισθάνεται έντονους δεσμούς με αυτήν. Σε κάθε περίπτωση, πάντως, κανένας από όλους αυτούς τους παράγοντες ξεχωριστά δεν διώχνει το παιδί από το σπίτι».

What the hell is going on© STMTS 2015

Δεν θα βγεις έξω, αν τον ξαναδείς αυτόν.

«Είμαι 15 χρόνων και ζω με τη μητέρα μου, με την οποία βρισκόμαστε σε διαμάχη. Χτες βράδυ μετά από ένα καβγά μού είπε να φύγω από το σπίτι γιατί δεν με αντέχει άλλο… Έφυγα και πήγα στο σπίτι του φίλου μου. Κατά τα μεσάνυχτα γύρισα πίσω. Ο καβγάς μας συνεχίστηκε… Σήμερα, μετά το σχολείο, συνεχίσαμε να μαλώνουμε. Όταν είπα ότι θα φύγω, η μητέρα μου με κλείδωσε μέσα στο σπίτι και κάλεσε την αστυνομία. Μου είπαν ότι τη Δευτέρα θα πάμε στο παιδοψυχιατρικό τμήμα ενός νοσοκομείου… Τι μπορώ να κάνω για να μην πάω σε ίδρυμα; Φοβάμαι πάρα πολύ, γιατί όπως είναι φυσιολογικό είμαι ένα παιδί με όνειρα και φιλοδοξίες και καμία από αυτές δεν περιλαμβάνει την είσοδό μου σε ένα ίδρυμα…» – Παναγιώτα, 15 (απόσπασμα αναφοράς στο Συνήγορο του Παιδιού, www.0-18.gr)

Ο Χρ. Φουσιάνης υπογραμμίζει ότι οι γονείς είναι απαραίτητο να θυμηθούν τη δική τους εφηβεία, έτσι ώστε να κατανοήσουν τις ανάγκες των παιδιών τους. Ένα παιδί έχει ανάγκη να παίξει. Ένας έφηβος έχει ανάγκη να έχει λόγο στη ζωή του και να προσπαθήσει να αυτονομηθεί. Άλλωστε αυτό στην πραγματικότητα είναι και το σχέδιο των γονιών του, αν τους ρωτήσεις. Έχει ανάγκη να επαναστατήσει κι «επειδή πολλές φορές δεν κατανοεί τα όρια, επαναστατεί χωρίς αιτία».

«Οι γονείς πρέπει να είναι περισσότερο διαθέσιμοι για επικοινωνία και για ποιοτικό χρόνο με τα παιδιά τους. Δεν αρκεί μόνο να δουν το παιδί να γυρνάει από το σχολείο και να του πουν να φάει ή να διαβάσει. Αυτό είναι εποπτεία, δεν είναι επικοινωνία. Αν, για παράδειγμα, κάποιος πατέρας αντιληφθεί ότι η 15 ετών κόρη του έχει σχέση, πολλές φορές μπορεί να γίνει πολύ αυστηρός. Να της απαγορεύσει να βγει ξανά από το σπίτι, να απαιτήσει να μην ξαναδεί το φίλο της, δείχνοντάς της ότι έχει χάσει την εμπιστοσύνη του προς την ίδια. Αυτό οδηγεί σε ένα συναίσθημα απομάκρυνσης, σίγουρα συναισθηματικής και κάποιες φορές και σωματικής». 

«Άλλο: Καταλαβαίνει ένας γονιός ότι το 16χρονο παιδί του καπνίζει. Φυσικά θα ανησυχήσει. Αν όμως γίνει αυταρχικός, αν ζητήσει από το παιδί του να κόψει από τις παρέες του, το παιδί δεν θα πάρει κανένα αρνητικό μήνυμα για το τσιγάρο. Το μόνο μήνυμα θα είναι της συναισθηματικής αποξένωσης, μπορεί δηλαδή να σκεφτεί “ο πατέρας μου μόνο να με κρίνει ξέρει, όμως δεν μου δίνει καμία λύση”. Δεν του μίλησε καθόλου για το τσιγάρο – μόνο “πόσο κακό κάνει”. Δεν τον ρώτησε τι τον ώθησε να το ξεκινήσει, κάτι που πιθανότατα να έχει ψυχολογικές ρίζες. Είτε δηλαδή να το ξεκινήσει κάποιες φορές λόγω επιβαρυμένης ψυχολογίας ως μέσο εκτόνωσης ή διαφυγής, είτε λόγω της τάσης προς ομοιογένεια με τα υπόλοιπα παιδιά της παρέας. Είναι το αυταρχικό γονικό στιλ που δεν βοηθά το παιδί να κατανοήσει τι πραγματικά θέλει να του πει ο γονέας του. Στην πραγματικότητα δεν του λέει απολύτως τίποτα, λειτουργεί μόνο με γνώμονα το έντονο θυμικό του, μη προσπαθώντας να μπει έστω και για μια στιγμή στη θέση του παιδιού. Το αστείο αν το καλοσκεφτεί κανείς είναι πως πίσω από αυτή την αυταρχική στάση του γονέα κρύβεται πραγματικό ενδιαφέρον, το οποίο απλώς δεν έμαθε να το εκφράζει εποικοδομητικά». 

Hey YOU! STMTS 2015

Θέλω να φύγω, με καταπιέζουν. 

«Οι γονείς μου βρίσκονται σε συνεχή διχόνοια εδώ και τρία χρόνια… Φέτος ξεσπάνε διαρκώς επάνω μου. Και οι δύο λένε κάθε μέρα ότι δεν θα κάνω τίποτα στη ζωή μου και θα είμαι ένας αποτυχημένος. Πάνω σε μια κρίση που έπαθα, βαθούλωσα την πόρτα του δωματίου μου, δεν άντεξα. Έχω κλάψει ουκ ολίγες φορές. Συγγνώμη, αλλά και τώρα ακόμα κλαίω. Γαμώτο, δεν αντέχω… Το φετινό καλοκαίρι ήταν το χειρότερο… Νιώθω τελειωμένος, γι’ αυτό σας απευθύνομαι. Βοηθήστε με και βασικά πάρτε με από εδώ μέσα. Τι θέλω; Ένα σπίτι ανθρώπινο θέλω, ας είναι και μια ανάδοχη οικογένεια…» – Γιάννης, 17 (απόσπασμα αναφοράς στο Συνήγορο του Παιδιού, www.0-18.gr)

Ένα παιδί που φεύγει συνήθως πάει σε κάποιο φίλο του, μπορεί όμως να κοιμηθεί ακόμα και στο παγκάκι. Τα 69 παιδιά που έφυγαν στο πρώτο εξάμηνο του 2016 είναι αυτά που έχουν καταγραφεί ύστερα από καταγγελίες γονέων. Κανείς δεν ξέρει πόσα περιστατικά δεν έχουν καταγγελθεί ή πόσα παιδιά κάνουν τέτοιες σκέψεις. «Τα παιδιά με αντίστοιχα έντονα συναισθήματα που δεν φεύγουν», λέει ο κ. Φουσιάνης, «τα κρατάνε μέσα τους, παραμένοντας παθητικά, και κλείνονται στον εαυτό τους. Μπορεί, ενδεχομένως, στην ενήλικη ζωή τους να αναζητήσουν ένα αντίστοιχο περιβάλλον, προκειμένου να εκλογικεύσουν το παρελθόν, κάνοντάς το να φαίνεται πιο φυσιολογικό. Να συνεχίσουν, δηλαδή, το ίδιο μοντέλο οικογένειας». 

«Καλό όμως θα είναι να επισημανθεί ότι κανείς από τους παραπάνω παράγοντες δεν μπορεί από μόνος του να ωθήσει ένα παιδί στη φυγή. Δεν υπάρχει γραμμική συσχέτιση. Σίγουρα έγκειται στο δυναμικό σύστημα που διέπει την κάθε οικογένεια και σαφώς και το χαρακτήρα του παιδιού. Μην ξεχνάμε πως άλλα παιδιά εξωτερικεύουν τα συναισθήματά τους και λειτουργούν πιο αντιδραστικά και επιθετικά, ενώ άλλα τα εσωτερικεύουν και προτιμούν να απομονώνονται από τους άλλους, αναπτύσσοντας αισθήματα θλίψης».

Καλύτερα να γινόσουν πουτάνα παρά λεσβία.

Ή «καλύτερα να μου έβαζες το πιστόλι στον κρόταφο» ή θα «πάθω εγκεφαλικό». «Τέτοιες εκφράσεις έχουν πει γονείς στα παιδιά τους, όταν έμαθαν ότι είναι γκέι ή τρανς» λέει η Εύα Σπίνου, ψυχολόγος του Πες το Σ’ Εμάς (www.pestosemas.com), που έχει στόχο την καταγραφή περιστατικών ομοφοβικής ή τρανσφοβικής βίας και διακρίσεων και την αντιμετώπιση των συνεπειών τους.

Η Εύα Σπίνου λέει ότι η ελληνική κοινωνία είναι σεξιστική άρα και ομοφοβική και ότι στην επαρχία τα πράγματα είναι ακόμα χειρότερα. Υπάρχουν πατεράδες που έμαθαν ότι τα αγόρια τους είναι γκέι κι επειδή δεν «συμμορφώθηκαν» τα έστειλαν να μείνουν στο δρόμο το βράδυ ή τα έδιωξαν τελείως από το σπίτι. «Πρόκειται για οικογένειες που αισθάνονται ότι αφού το παιδί τους παρεκκλίνει από το στερεότυπο που υπάρχει για τον άνδρα και τη γυναίκα τους ντροπιάζει, είναι κάτι σαν μίασμα. Πολλές φορές πρόκειται για οικογένειες θρησκόληπτες και σε κάθε περίπτωση που σκέφτονται με απόλυτο τρόπο και λειτουργούν με τις παρωπίδες του άσπρου και του μαύρου, δηλαδή “αφού το παιδί μου δεν ανταποκρίνεται στην εικόνα που έχω φανταστεί ότι θα πρέπει να έχει, τότε παύω να το βλέπω ως παιδί μου”. Ή ακόμα χειρότερα, “επειδή πιστεύω ότι εγώ ως γονιός ξέρω ποιο είναι το σωστό για το παιδί μου, μπορώ να προχωρήσω και σε κακοποιητικές συμπεριφορές για το καλό του παιδιού”». 

«Δυστυχώς, η ομοφοβία και η τρανσφοβία δεν κάνουν διακρίσεις όσον αφορά το μορφωτικό ή/και βιοτικό επίπεδο των οικογενειών. Είναι βαθιά ριζωμένες στην κουλτούρα μας και βασίζονται στη σεξιστική θεώρηση των πραγμάτων, η οποία ανακυκλώνεται με ποικίλους τρόπους: από σεξιστικά/ομοφοβικά ανέκδοτα (τα οποία εκ πρώτης όψεως από πολλούς θεωρούνται άκακα), μέχρι τη σωματική και ψυχολογική κακοποίηση γυναικών, ομοφυλόφιλων και τρανς ανθρώπων. Το παιδί, λοιπόν, εσωτερικεύει το μήνυμα ότι δεν είναι άξιο προστασίας, νιώθει ότι είναι αόρατο και ότι αν προσπαθήσει να εκφράσει τον πραγματικό εαυτό του, θα βιώσει κακοποίηση και απόρριψη».

«Ακόμα και το ίδιο το παιδί», λέει η κ. Σπίνου, «που πολλές φορές αρχίζει να καταλαβαίνει ότι το έλκει το ίδιο φύλο από πολύ μικρή ηλικία ή συνειδητοποιεί ότι η ταυτότητα φύλου του δεν συμφωνεί με το φύλο που του αποδόθηκε κατά τη γέννηση, σκέφτεται ότι αφού το λένε όλοι, η οικογένεια, η εκκλησία, η κοινωνία, είναι εκείνο που έχει πρόβλημα, που κάτι δεν πάει καλά μαζί του».

«Έτσι, για να επιβιώσει αρχίζει να υποκρίνεται, να δημιουργεί μια διαφορετική εικόνα ανάμεσα στο σεξουαλικό του εαυτό και τον υπόλοιπο εαυτό, να έχει ένα συνεχές άγχος να καλύπτει τα ίχνη του για να μην το ανακαλύψουν. Κάποια παιδιά είτε δεν αντέχουν και φεύγουν είτε προσπαθούν να περάσουν σε μια σχολή μακριά από την πόλη τους για να φύγουν πιο “ανώδυνα”. Ή προσπαθούν να είναι όσο το δυνατόν “καλύτερα παιδιά”, “καλύτεροι μαθητές”, “φρόνιμοι”, ώστε να αναπληρώσουν το αίσθημα ότι κάτι δεν πάει καλά μαζί τους, να μην το ανακαλύψουν και να μην το τιμωρήσουν».

«Όλα αυτά οδηγούν σε χαμηλή αυτοεκτίμηση και αυτοπεποίθηση, ακόμα και σε αυτοκτονικές συμπεριφορές – πολλά παιδιά κόβονται. Αυτό που προτείνω στα παιδιά είναι να προσπαθήσουν να δημιουργήσουν ένα υποστηρικτικό κοινωνικό δίκτυο, να έρθουν σε επαφή με άλλα παιδιά που βιώνουν τα ίδια πράγματα, να πάρουν την αποδοχή που τους λείπει από την οικογένεια και να ενδυναμωθούν. Ή να μιλήσουν μαζί μας».

Η Colour Youth (κοινότητα για τα δικαιώματα των lgbtq νέων,www.colouryouth.gr ) κάνει ανοιχτές συναντήσεις LGBTQ νέων σχεδόν κάθε εβδομάδα, ενώ αντίστοιχες συλλογικότητες υπάρχουν σε πολλές ακόμα πόλεις της Ελλάδας.


Η σύγκρουση και η φυγή
O Συνήγορος του Παιδιού, Γιώργος Μόσχος, απευθύνεται στους γονείς

Γιώργος Μόσχος

Υπάρχουν φορές που χάνουμε την επαφή με τα παιδιά μας. Ιδίως στην εφηβεία, σε στιγμές θυμού ή συναισθηματικής φόρτισης, τα παιδιά ύστερα από μία έντονη διαφωνία μπορεί να κλειστούν στον εαυτό τους, ή …να ανοίξουν την πόρτα και να πουν «φεύγω»! Τα αιτήματά τους μπορεί να μας φαίνονται παράλογα και vτέτοια σύγκρουση και φυγή κρύβεται πάντοτε η ανάγκη τους να γίνει σεβαστό το δικαίωμά τους να έχουν λόγο στη ζωή τους, να εισπράττουν κατανόηση για τα συναισθήματά τους, τις επιθυμίες τους και την αλήθεια τους. Αν στο σπίτι μας υπάρχουν σοβαρά προβλήματα, όπως ενδοοικογενειακή βία, συγκρούσεις ή πλήρης αδυναμία επικοινωνίας, ένας έφηβος ή μια έφηβη μπορεί εύκολα να καταφύγουν σε οτιδήποτε τους απομακρύνει από την κατάσταση που τους προκαλεί έντονο πόνο και στρες. Αν μάλιστα τα ζητήματα που μας «χωρίζουν» έχουν να κάνουν και με τις ερωτικές τους επιθυμίες, η απόρριψή μας μπορεί να τους είναι ιδιαίτερα πονετική και να τους οδηγεί σε εντονότερη επιθυμία απομάκρυνσης.

Στις περισσότερες περιπτώσεις οι έφηβοι που φεύγουν, λίγο μετά ξαναγυρνούν, επιδιώκοντας να επαναδιαπραγματευτούν με τους γονείς τους τις σχέσεις και τις καταστάσεις της ζωής τους. Άλλες φορές η ένταση που νιώθουν στο σπίτι και η αίσθηση της έλλειψης κατανόησης, μπορεί να τους οδηγήσουν σε επικίνδυνες επιλογές, κοντά σε τρίτα πρόσωπα που φαινομενικά προσφέρουν προστασία, αλλά στην πράξη δεν διασφαλίζουν το ρόλο που καλείται να παίξει ο γονέας.

Σε κάθε περίπτωση χρειάζεται να αποφεύγουμε τον πανικό, τις απειλές και την εύκολη προσφυγή σε διωκτικούς μηχανισμούς.

Προληπτικά προτείνουμε να κάνετε μια ξεκάθαρη συμφωνία με τα παιδιά σας για τον αλληλοσεβασμό, την ειλικρίνεια και την προσεκτική ακρόαση του άλλου, δίνοντας χρόνο στην επικοινωνία και αποφεύγοντας τις εύκολες κατηγόριες.

Αν συμβεί ο έφηβος γιος ή η κόρη σας να φύγει από το σπίτι, αναζητήστε τρόπους να τους διαμηνύσετε ότι είσαστε έτοιμοι να τους ακούσετε προσεκτικά και να κατανοήσετε τους λόγους της φυγής τους. Όποια κίνηση και αν κάνετε, σεβαστείτε την ιδιωτική τους ζωή και φροντίστε να μην τους εκθέσετε δημόσια. Προσέξτε γιατί συχνά οι δυσκολίες των εφήβων αποτελούν εύκολο στόχο για τα ΜΜΕ που μέσα από το προσποιητό ενδιαφέρον τους μπορούν να περιπλέξουν τη δυσκολία. Μέσα από τη φυγή, ένα παιδί δοκιμάζει να δει πόσο ουσιαστικοί μπορεί να είναι οι δεσμοί του με την οικογένεια. Στο χέρι μας είναι να δείξουμε νοιάξιμο, που μπορεί να ενισχύσει τη σχέση μας μαζί τους, και όχι απειλές και κυριαρχία, που τελικά την αποδυναμώνουν.



ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ ΝΕΑ!